cebaceb5ceafcebcceb5cebdceb1 cf84cebfcf85 ceb5ceb9cebacebfcf83ceb9ceadcebdceb1 18 cebf ceb3 ceb2cebbceb1cf87cebfceb3ceb9ceac

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο όγδοο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

vlahoyyanis 1905Πριν από μερικές μέρες είχαμε την επέτειο της 3ης Σεπτεμβρίου, που είναι γνωστή από την επανάσταση του 1843 με την οποία πείσθηκε ο έως τότε απόλυτος μονάρχης Όθων να δώσει Σύνταγμα κι έτσι το πολίτευμα μετατράπηκε από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική μοναρχία. Αλλά η διεκδίκηση Συντάγματος είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και επί Καποδίστρια, οπότε το σημερινό θέμα αν και αφορά γεγονότα που συνέβησαν μετά την καταληκτική μάχη της Πέτρας, ασφαλώς έχει συνάφεια με το Εικοσιένα.

Θα δούμε σήμερα ένα σύντομο κείμενο του Γιάννη Βλαχογιάννη, τον κορυφαίο ιστορικό ερευνητή του Εικοσιένα, στον οποίο οφείλουμε ανάμεσα σε πολλά άλλα την ανακάλυψη του χειρόγραφου του Μακρυγιάννη, στο οποίο εξετάζεται το πώς προσέλαβε ο λαός τη διεκδίκηση για το Σύνταγμα, δίνοντάς του μαγικές διαστάσεις και υπερφυσικές δυνάμεις, ακόμα και προσωποποιώντας το, ο Σύνταμας.

Το κείμενο αποτελεί τις καταληκτικές παρατηρήσεις του Βλαχογιάννη στο τέλος του τρίτου τόμου των Στρατιωτικών Ενθυμημάτων του Νικ. Κασομούλη, που είναι ο δεύτερος απομνημονευματογραφικός ογκόλιθος που οφείλουμε στον συγγραφέα από τον Έπαχτο. Το βρίσκω πολύ καλογραμμένο, πέρα από τα στοιχεία που δίνει για το θέμα -και ανεξάρτητα από τη θέση του συγγραφέα ως προς το αν ήταν άκαιρη ή πρόωρη η διεκδίκηση Συντάγματος.

Επί του γλωσσικού, βλέπουμε ότι ο λαϊκός τύπος είναι Σύνταμα. Τον ίδιο τύπο χρησιμοποιεί και ο Μακρυγιάννης, που κάνει λόγο για «Σύνταμα κι Εθνική Συνέλεψη».

Ο λόγος στον Βλαχογιάννη:

Συμπέρασμα

Η ιστορική δωδεκάχρονη —επισημότατη για τις μελλόμενες τύχες του Ελλην. λαού— περίοδος των χρόνων 1821—1832 θα μπορούσε να συνοψισθεί σ’ ένα είδος παραμυθιού, που το τέλος του να ’ναι τραγικό, όσο η αρχή του ήταν όλη όνειρο, όλη ελπίδες και βαθιές χαρές γεμάτη. Η Ιερή Επανάσταση του Εικοσιένα πρόβαλε στη ζωή σαν ένα θαμποχάραμα μουντό κι αργό, αγουροξύπνημα λαού από το ταραγμένο του όνειρο, που πατριώτες ιδεολόγοι, ανυπόμονοι κι αστόχαστοι, αφού τον αφήσαν αιώνες να ονειρευτεί, θελήσανε να τον κάμουνε να βγει ξαφνικά από το βαθύ τον ύπνο του χωρίς να το συλλογισθούν αν είχε φτάσει η ώρα. Ο λαός τότε ορθός τινάχτηκε, και τ’ όνειρο έργο το ’καμε ζωή λαμπρή γεμάτο, και τ’ ανάστησε, και το ’δειξε τρανό και κοσμοθαύμαστο· και με το αίμα του το ’θρεψε, και το γιγάντωσε, παλικάρι τρυφερό, που χρειαζόταν όμως τώρα κάποιον οδηγό σοφό, δάσκαλο να τ’ ορμηνέψει. Ήρθε λοιπόν ο Δάσκαλος, ήρθε ο Πατέρας και το πήρε από το χέρι, και του άνοιξε τα μάτια στο φως τ’ αληθινό, στο νόμο και στην τάξη. Ύστερα, κάτι σα σκιάχτρο ξαφνικό, σα φθονερός βραχνάς, σαν άδικη κατάρα πλάκωσε τα στήθια του νιοφώτιστου παλικαριού, του τάραξε το νου, και το ’ριξε σε δρόμους κακοτρόχαλους, όπου πλανήθηκε, κι έφτασε στην άκρη του χαμού. Του βραχνά εκείνου τ’ όνομα —όνομα και πράμα ξωτικό, από τη Φραγκιά φερμένο— ήτανε: Σύνταγμα. Για ν’ αφήσουμε την ποιητική μεταφορά, δεν είναι ανάγκη να ζητήσουμε να μάθουμε τι λέγαν εκείνοι που μας κουβαλήσαν τον ξενόφερτον αυτόν καρπό, άνθρωποι κι αυτοί ξενομαθημένοι, για την ύποπτη σοφία τους φαντασμένοι, γνωστοί με τ’ όνομα Καλαμαράδες, που ο ίδιος ο λαός άξια τούς το κόλλησε· καλύτερα να -ιδούμε ο ίδιος ο λαός ποια ιδέα σχημάτισε για τ’ ακριβό αυτό στολίδι, γιατρικό σωτήριο, βότανο μαγικό, σιδερόχορτο άσφαλτο, τετράφυλλο τριφύλλι που θ’ άνοιγε των θησαυρών την πόρτα, κουκοσκιάχτη που θα ’διωχνε τα κοράκια απ’ τα σπαρτά. Να πώς ένιωθε ο λαός το Σύνταγμα: Στον εμφύλιο πόλεμο του Πόρου, λίγο πριν από το θάνατο του Καποδίστρια, οι επαναστάτες τραγουδούσαν:

Ο Πόρος κι αν εκάηκε και γίνηκε ντουμάνι,
το Σύνταγμα να ’ναι καλά, και πάλι τονε φτιάνει.

Αφού μετά το θάνατο πάλι του Καποδίστρια, που οι Συνταγματικοί συγκεντρωθήκανε στα Μέγαρα, απερίγραπτες ήταν οι αρπαγές, οι τυραννίες τους κατά των χωρικών. Η εφημ. «Ελπίς», 26 Ιουλ. 1849, γράφει γι’ αυτή τη συνταγματική περίοδο, την παράξενη: «Εντεύθεν το σύνταγμα κατέστη τράπεζα πλουσιοπάροχος διά τους πεινώντας και πλεονεκτούντας· το κατάστησε δε τοιούτο αυτή η εξουσία, ήτις προσκαλούσα τοιούτους ανθρώπους εις τα πράγματα, τους κάμνει καθαρά να εννοήσωσιν ότι η συνταγματική εποχή είναι εποχή αρπαγής και λεηλασίας των δημοσίων.

«Ο Σύνταμας, ωρέ μπίρο μ’, θέλει να τρώγει!», έλεγον οι οπαδοί του Ταφίλ Μπούζη κατά το 1832».—Ο Τουρκαρβανίτης αυτός καπιτάνος, κυνηγημένος από την πατρίδα του, ήρθε βοήθεια του Κωλέττη στα Μέγαρα, κατά το 1832.

Ο βουλευτής Δημητρακόπουλος, σε μια συνεδρία της Βουλής, 24 Αυγ. 1845, είπε στο Θ. Γρίβα: «Ήθελες να γίνει το σύνταγμα, καθώς το έκαμες εσύ εις τα Μέγαρα, να τσακίζεις κόκαλα» (Ο Γρίβας δεν απάντησε). Ο Θ. Γρίβας, αλήθεια, τσάκισε κόκαλα βασανίζοντας τους χωριάτες. Άμα οι Συνταγματικοί των Μεγάρων, νικητές, μπήκανε στ’ Άργος, κάμανε κι εκεί τα ίδια. Ο συνταγματικός ποιητής Αλ. Σούτσος γράφει: «Του Περούκα οι πίθοι, τους οποίους έσπασε το μεθυσμένον Σύνταγμά μας εις Άργος…». (Α. Σούτσου: «Ελλην. Πλάστιγξ», 1836, σ. 110). Οι ληστές Ρουπακιάς και Χουσιάδας όταν κατά τα 1835, με συμμορία από 50, διαπράξανε μια τολμηρή ληστεία στη Ναύπακτο, «ζήτω το σύνταμα» φωνάζαν (εφημ. «Εθνική» 14 του Μάη 1835). Η περίφημη στάση των Σουλιωτών του Αγρίνιου, στα 1836, έμεινε γνωστή στο λαό με τ’ όνομα «το σύνταμα του Ζέρβα». Σύνταγμα λοιπόν, κατά τη λαϊκή αντίληψη, σήμαινε στάση, αναρχία, ρεμπελιό. Να ένα δημοτικό τραγούδι ληστρικό της Δυτ. Ελλάδας (ανέκδ. συλλογή Κ. Χατζοπούλου):

Περικαλιώμαι στο Θεό και στην Αγιά Σωτήρα
να γίνει κάνα σύνταμα, κάνα κακό σεφέρι,
να ζώσει ο Κούτρας τ’ άρματα κι’ ο Λέος το σπαθί του,
να πάμε απάνου στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια

Ό Πολυζωΐδης στη γεν. Ιστορία του τόμ. Β’, σελ. 1096, (εκδ. Κρέμου), γράφει για την έννοια της λέξης στην Πελοπόννησο κατά τη ληστεία του 1845: «Εν Πελοποννήσω πολυάριθμοι συμμορίαι ληστών ήγον και έφερον την χώραν. Πλείστοι όσοι ούδέν κακουργήσαντες ηνούντο τοις λησταίς προς «σύναγμα». Ο Αθ. Ψιάκος, φέρ’ ειπείν, Καραβέλλας, Αν. Τζίνιας, Καραδήμας εκ Βίλλιας του Φενεού, εργατικοί άνθρωποι έντιμοι, εγκαταλιπόντες τας εργασίας ετράπησαν είς το «συναγμα», συλληφθέντες δε καθείρχθησαν. Ωσαύτως και ο Κουρούσιας και Αγριόγατος εκ Καρυάς του δήμου Τρικκάλων τραπέντες εις το «σύναγμα» και καταδιωχθέντες ετράπησαν εκ φόβου ειρκτής εις τον ληστρικόν βίον και εγένοντο αρχιλησταί, συλληφθέντες δ’ εκαρατομήθησαν. Τοιούτοι εκ φιλησύχων πολιτών ένεκα πενίας εις το «σύναγμα» τραπέντες και είτα καταδιωχθέντες ήσαν οι πλείστοι των ληστρικάς συμμορίας συστησάντων Ελλήνων… Εντεύθεν, των του «συνάγματος» ληστών επληρώθη σύμπασα η Ελλάς· εκ δε τούτων προήλθον και αι στάσεις αλλαχού τε και εν Ναυπλίω, Λακωνία και Μεσσηνία».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *