cebaceb5ceafcebcceb5cebdceb1 cf84cebfcf85 ceb5ceb9cebacebfcf83ceb9ceadcebdceb1 14 cf84cebf cebcceacceb3cebfcf85cebbcebf cf84ceb7

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

magpanΤο σημερινό κείμενο διαφέρει από τα προηγούμενα της σειράς αυτής: δεν είναι κείμενο του Εικοσιένα αλλά για το Εικοσιένα, γραμμένο όμως στην εποχή μας. Τις προάλλες, που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο, αναφέρθηκα στο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Το μάγουλο της Παναγίας», μια «αυτοβιογραφική εικασία» σε θεατρική μορφή για τον Καραϊσκάκη.

Συμμετέχουν τέσσερα πρόσωπα, ο Καραϊσκάκης ή μάλλον το πνεύμα του από τον κάτω κόσμο, ο βιογράφος του Δ. Αινιάν, ένας Τυφλός Λυράρης και η Μαριώ (ή Ζαφείρης), η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά. Συμμετέχει έμμεσα η Μαυρομάτα, μια εικόνα της Παναγίας που έχει για φυλαχτό ο Καραϊσκάκης.

Στο βιβλίο εξιστορείται, είτε από τον Καραϊσκάκη είτε από τους άλλους, όλη η ζωή του ήρωα, από τα παιδικά του χρόνια, όχι βέβαια με χρονολογική σειρά. Ο Μπουκάλας έχει διαβάσει όλα όσα γράφτηκαν για τον Καραϊσκάκη και χρησιμοποιεί το υλικό αυτό για να χτίσει τον λόγο των ηρώων του, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές.

Θα παρουσιάσω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο, προς το τέλος. Στο απόσπασμα που παραθέτω γίνεται λόγος αρχικά για το ντροπιαστικό επεισόδιο κατά την παράδοση των Τουρκαλβανών που ήταν οχυρωμένοι στο μοναστήρι του Αγ. Σπυρίδωνα, όταν ένας καβγάς είχε αποτέλεσμα να σφαγούν οι περισσότεροι από τους συνθηκολογημένους, παρά τη συνθήκη, και στη συνέχεια για την αψιμαχία που οδήγησε στον θάνατο του Καραϊσκάκη, το ψυχορράγημά του και τη διαθήκη του.

Να σημειώσω ότι σε επίμετρο στο βιβλίο ο Μπουκάλας εξετάζει την πρόσληψη του θανάτου του Καραϊσκάκη από τη δημοτική ποίηση και την απομνημονευματογραφία, καθώς και τις υποψίες μήπως χέρι ελληνικό πυροβόλησε τον καπετάνιο, αλλά και γενικότερα την υστεροφημία του Καραϊσκάκη.

Δυο-τρεις λέξεις σημειωμένες με αστερίσκο (από τον συγγραφέα) εξηγούνται στο τέλος.

Γ.Καραϊσκάκης. – Δίνεις ό,τι πιο βαρύ, που δεν χωράει σέ κανένα κεμέρι, δίνεις το λόγο σου, μπέσα για μπέσα, βάζεις στον όρκο πρώτος την υπογραφή σου, κι όλοι οι καπεταναίοι αποκάτω, να φύγουν οι κλεισμένοι του μονα­στηριού με τ’ άρματα και με το έχει τους. Με το ίρτζι* τους να πω, την τιμή τους. Ορκίστηκαν κι οι Τούρκοι, αυτό ήταν το συνήθειο τους: «Κακό βόλι να μάς πάρει το κεφάλι, αν ξαναρίξουμε ντουφέκι πάνω σε Έλληνες». Βγαίνουν. Μπροστά εγώ, ασπίδα τους. Κι ανάμεσα στους Τούρκους, αμανάτι τους, Τζαβέλας, Βάσος κι ό Γιαννάκης Λογοθέτης. Δίπλα απ’ την τούρκικη κολόνα, ζερβά και δεξιά, οι δικές μας. Πέ­φτει μια ντουφεκιά, κι όπως μετά την αστραπή ακούς μπουμπουνητό που σου τρυπάει τ’ αυτιά, αμέτρητες οι ντουφεκιές, μα κι οι φωνές, πιο δυνατές κι από βρον­τές, «κερατάδες Έλληνες, δεν έχετε μπέσα, άπιστοι, προδότες, θρασίμια». Κλαίγαμε, τ’ ακούς. Κλαίγαμε από τη λύσσα μας πού ντροπιαστήκαμε. Πατήσαμε τον όρκο μας σε θεούς κι ανθρώπους.

Δ.Αινιάν – Ήταν υπόσπονδη φρουρά οι Τούρκοι. Έπρεπε να περάσουν δίχως να πειραχτεί ούτε μια τρίχα τους. Όλοι το μολόγησαν.

Γ.Κ. – «Υπόσπονδη φρουρά»… δεν ξέρω τί πάει να πει «υπόσπονδη φρουρά». Πού να τα μάθω αυτά; Στ’ Αληπασα; Εγώ πήγα σχολείο στη φυλακή του και στους πολέμους του. Αλλά ξέρω τί πάει να πει μπέσα. και κούτελο. Άμα λερωθεί, πάει, λερώθηκε.

Δεν το ξεπλένεις όσο και να κλάψεις. Τα δάκρυα τρέ­χουν, φεύγουν προς τα κάτω. Δεν πάνε στα ψηλά, να σου ξεμαγαρίσουν το κούτελο. Και λέω, αν είναι, να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε. Τέτοια με δαιμόνιζαν, βλαστήμαγα κι έκλαιγα, γκρέμισα τη σκηνή μου, την κομμάτιασα σαν να κομμάτιαζα προδότες, τέλος, στέλνω τον τεσκερέ* μου, να μάθουν όλοι, φεύγω, τούς λέω, με στρατιώτες άπιστους κι επίορκους χωριό δεν κάνω και πατρίδα. Πέσαν απάνω μου όλοι, τον πιάσαμε τον φταίχτη, καπετάνιο, θα τιμωρηθεί βαριά. Ζήτησε την πιστόλα ενός Τούρκου, έτσι μου ιστορήσανε, αγρίεψαν, πιάστηκαν στα χέρια, τον πιστολίζει ο Τούρκος, άλλο δεν ήθελαν φαίνεται οι δικοί μας, τους μακέλεψαν. Απ’ τους τρακόσους, μόνο πενήντα δεν έκοψαν οι κερατάδες μας. Αλλά το κέρατο όλο δικό μου. Κείνη τη μέρα είπα πως πέθανα. Δεν πέρασε βδομάδα κι ο λόγος μου αλήθεψε.

Δ.Αι. – Για μια μάντρα. Χάθηκες για μια μάντρα τι­ποτένια, καπετάνιε μου, ούτε μια όργιά ψηλή. Όλα αποφασισμένα, άγγελος πια εσύ καθώς τ’ ορκίστηκες, πάσχισες να γυρίσεις τα μυαλά του Κόχραν και του Τσόρτς, που σχεδίαζαν να επιτεθούμε κατά μέτωπο, απείλησαν να σηκωθούν να φύγουν, κατάπιες τον εκβιασμό, τον εγωισμό σου λέω, σώπασες. Κλέφτες μα­θημένοι στον πόλεμο των ταμπουριών και να συρθούν σε μάχη στ’ ανοιχτά, στο φως τής μέρας, τροφή των κανονιών και των καβαλαραίων; Ένα κατάφερες μονάχα. Να κινήσουν στη σιωπή τής νύχτας οι δύο φάλαγγές μας. Εσύ με τους δικούς σου να πορευτείς προς την Ακρόπολη μέσα από τον πυκνόν ελιώνα κι οι άλλοι, Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Βάσος, Καλλέργης, Δράκος, Βέικος, απ’ το Φάληρο στον Ανάλατο, να κλείσουνε τους Τούρκους γύρω από τον μέγα βράχο.

Μαριώ – Συχάζαμε μες στη σκηνή, κι έσκαβε το χώμα η αγωνία σου, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Έκαιγες. Ζή­τησες να καπνίσεις, αν είναι ό καπνός καλός, λένε κα­λοσυνεύει και τον πυρετό, δοκίμασες ν’ αστειευτείς. Δεν βγαίναν καθαρές οι λέξεις έτσι όπως έτρεμες, κι ακουγόταν το τρίξιμο των δοντιών σου κακιά μουσι­κή. ‘Η θέρμη ήταν; Ο βραχνάς πού τάραζε τον ύπνο σου νύχτες και νύχτες; Οι φόβοι σου για το κίνημα που είχε οριστεί για το βράδυ; Και ξάφνου σκίστηκε τ’ απομεσήμερο από το ντουφεκίδι. Ποιοι κερατάδες, ούρλιαξες, γαμώ την Πα-. Δεν το τελείωσες. Μα ήταν σαν να το ’χες τελειώσει. Το ’δα στα μάτια σου. Ένιωσες πως την πρόδωσες. Τη Μαυρομάτα σου. Το ’δα κι εγώ στο μάγουλό σου, πρώτη φορά και τελευ­ταία. Ένα σημάδι κατακόκκινο που απλωνόταν, όλο απλωνόταν, να σε καταπιεί. Φτάνουν τρέχοντας, κα­πετάνιε, φωνάζουν, πάει το σκέδιο, το κατάστρεψαν οι μεθυσμένοι. Του Καλλέργη οι Κρητικοί κι άλλοι νησιώτες με τις βράκες τους. Είδαν τον πάτο των ασκιών τους πίνοντας και τραγουδώντας, πήραν να βρίζουν Τούρκους κι ’Αρβανίτες, είπαν κι εκείνοι τα δικά τους για τις μανάδες και την πίστη μας, γίνανε βόλια οι βρισιές, μπήκαν στην μάχη κι οι ξεμέθυστοι. Τ’ άλλα…

Γ.Κ. – Τ’ άλλα έγιναν όπως τα λέει το τραγούδι.

ΤΥΦΛΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ

Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας,
είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα,
είχαν και τα κεφάλια στους στο αίμα βουτημένα.
Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε:
Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε, μην είχε ξημερώσει,
που πιάστηκε ο πόλεμος, το κρητικό ντουφέκι.
Καραϊσκάκης τ’ άκουσε, ήταν και θερμασμένος,
και τον σεΐζη του έκραξε και του σεΐζη λέγει:
«Σεΐζη, φκιάσε τ’ άλογο, βάλ’ του και το τακίμι*,
κρίν’τε και των συντρόφων μας των καπεταναραίων
να βγούμ’ να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας».

Γ.Κ. – Τ’ άλογό μου, φωνάζω, δεν μπορούσα πια δί­χως τ’ άλογο, αρπάω το γιαταγάνι του Γιαννάκη Λο­γοθέτη και βγαίνω. Και βγήκαν κι άλλοι στρατηγοί. Ο άδερφός μου ό Νικηταράς, τον βάρεσαν στο σαγόνι σε λίγο, Τζαβέλας, Μακρυγιάννης, λαός. Πλάκωσαν Τούρκοι ως τρεις χιλιάδες-τέσσερις, τους έστειλε ο Κιουτάγιας από τα Πατήσια. Πεζούρα και καβαλαρία. Άναψε ο πόλεμος πολύ. Βλέπω τον Κακλαμάνο τον υπασπιστή μου, μια κανονιά του γκρέμισε τ’ άλο­γο και του σμπαράλιασε το καλό του χέρι, μια πέτσα το κρατούσε όλη κι όλη, παίρνει τη σπάθα με τ’ αρι­στερό, κόβει την πέτσα, πετάει πέρα το χαλασμένο χέρι του, δε φεύγει. Μένει και πολεμάει. Δέντρος σε πέτρα ριζωμένος. Διώχνουμε την Τουρκιά, τους κυ­νηγάμε. Σύρε πίσω, μου λέει βιαστικός ό Μακρυγιάννης, να πάψει ό πόλεμος, ότι το βράδυ θα κινηθούμε για την Ακρόπολη. Στάσου εσύ με τους ανθρώπους μας κι εγώ γυρνάω στη σκηνή μου, του απαντάω. Απόγιομα, δεν είχε γείρει ακόμα ό ήλιος, κινούσα κα­βαλάρης για το στρατόπεδό μας. Νιώθω έναν πόνο πιο ζεστό κι από τη θέρμη μου. Στη βαλανίδα. Κάτω απ’ το προκοίλι μου. Κατεβαίνω απ’ τ’ άλογο, βλέπω το αίμα, θάμαξα, μωρέ μπράβο μου, λέω, τόσα χρό­νια, τόσες πληγές, κι ακόμα έχω αίμα; Ξανανεβαίνω στ’ άλογο. Ξεμάκρυνα όσο να μη με βλέπουνε τα πα­λικάρια και κιοτέψουν. Πέφτω. Με σήκωσαν Κίτσο Τζαβέλας και Γιωργάκης Βάγιας. Με πήγαν στη γο­λέτα του Τζώρτζη. Σ’ όλο το δρόμο ένα ελεγα, Κίτσιο μπιρ, Κίτσιο μπιρ, γιε μου Κίτσο, γιε μου Κίτσο. Να τον πείραζα τον Σουλιώτη μου; Να γύρευα συχώρεση από τους Τζαβελαίους όλους, τους Μποτσαραίους και τον πασα έναν Έλληνα για όσα έκανα κι όσα δεν έκα­να; Να ’βλεπα τάχα όχι τον Κίτσο μα τον γιο μου μ’ άλλο όνομα, αρματωμένο, να με σηκώνει δυνατός, να σηκώνει ένα κορμί πού μόλις άρχιζε να γίνεται φάντασμα; Τέτοια με τρώνε και στον Κάτω Κόσμο. Κι ανεβαίνω στον ήλιο κλεφτά, ότι κλέφτης γεννήθηκα κι έζησα. Και χωρίς φωνή φωνάζω το ένα πού έμαθα. δεν έχει δαίμονες εκεί κάτω. Κανέναν. Εμείς τους κουβαλάμε. Το καβούκι τους είμαστε. Το σπας και τους καίει το φως. Μα κανένας μονάχος. Κανένας.

(Το φως φεύγει απ’ το πρόσωπο του Καραϊσκάκη, που δεν φαίνεται πιά. Το σκοτάδι καταπίνει και τη Μαριώ. στη σκηνή απομένουν ο Αίνιάν και ο Τυφλός Λυράρης. Ο Αινιάν διαβάζει από το βιβλίο του Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη.)

Δ.Αι. – Αφού είδεν ό Καραϊσκάκης ότι ήσαν πλέον εκτός κινδύνου οι Έλληνες, τότε εσκέφθη περί του εαυτού του. Η φήμη είχεν ήδη διαδώσει εις το στρατόπεδον το ολέθριον συμβάν και πλήθος αξιωματικών συνέδραμον περί αυτόν, τον παρέλαβον και τον εσυντρόφευσαν έως την θάλασσαν και εκείθεν τον μετέφερον εις μίαν γολέτταν, επί σκοπώ του να τω χορηγήσωσι περισσότερα βοηθήματα διά την πληγήν του. Καθ’ όλον το διάστημα της οδοιπορίας του δεν μετέ­βαλε διόλου το ήθος του, αλλ’ είχε πάντοτε την αυτήν γενναιότητα και ωμίλει ελευθέρως περί παντός είδους αντικειμένων, περί των οποίων εγίνετο λόγος. Αφού κατεστήθη εις την γολέτταν και του εγίνοντο παρά των ιατρών επισκέψεις εις την πληγήν του, διώρισε να γράψωσιν εις τους αξιωματικούς Παλαμηδιώτας (τους οποίους ωνόμασε μάλιστα παλαιούς και σταθε­ρούς συναγωνιστάς του) να έλθωσι να τους ιδεί. Αυτοί όμως μη νομίζοντες καλόν ν’ αφήσωσι τας θέσεις των εις μόνους τους στρατιώτας και να υπάγωσιν όλοι, έκλεξαν και έστειλαν τον Χριστόδουλον Χατζή Πέ­τρου και τον Γαρδικιώτην Γρίβαν. Άμα επαρουσιάσθησαν εις αυτόν ούτοι, «Ελάτε», τους είπε, «να σας ασπασθώ». Επειδή δε ούτοι εδάκρυον, επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να τους εγκαρδιώσει· έπειτα τούς είπεν την τελευταίαν παραγγελίαν:

(Ακούγεται η φωνή του Γεωργίου Καραϊσκάκη.
Ο καπετάνιος δεν φαίνεται.
Ο Αινιάν παραμένει στη θέση του.)

Γ.Κ. – Να καταβάλετε όλην σας την φροντίδα διά να φυλάξετε καλά τας θέσεις σας και να λύσετε επομέ­νως την πολιορκίαν των Αθηνών. Προ πάντων σεις οι παλαιοί συναγωνισταί μου να μην εντροπιασθείτε. Εγώ μεταβαίνω εις Αίγιναν και άμα αναλάβω επιστρέφω· διά κάθε ενδεχόμενον όμως ιδού ή διαθήκη μου· εις τον υιόν μου αφήνω το τουφέκι μου, την μόνην μου περιουσίαν, την οποία έχω τώρα· τας δε θυγατέ­ρας μου τας άφιερώνω εις εσάς τους συναγωνιστάς μου.

Ηκούσατε όσα σας είπα διά τα παιδιά μου· διά σάς όμως τους συναγωνιστάς μου τί να είπω; Επεθύμουν να έχω το έθνος έμπροσθέν μου διά να του είπω τι αξίζετε. Ασπασθείτε από μέρους μου όλους τους α­ξιωματικούς συναδελφούς σας και αύριον το πρωί να ελθήτε όλοι να σας ιδώ.

(Λέει το τραγουδομοιρολόι του.)

«Παιδιά μ’ να νταγιαντίσετε, να γίνετ’ ένα σώμα,
να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας.

Μένα με παν στην Κούλουρη, πέρα στον Αϊ-Δημήτρη,
που είναι παντοτινός γιατρός, αυτός θα με γιατρέψει».

(Συνεχίζει ο Τυφλός Λυράρης.)

ΤΥΦΛΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ

Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ-Δημητριού το δέντρο,
δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι,
μόν’ το δεντρί μαράθηκε απ’ τον κελαηδισμό του.

Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλ’ οι καπεταναίοι,
τον κλαιν τα παλικάρια του κι όλος ό νταϊφάς του.

(Τελειώνει το μοιρολόι και ο Καραϊσκάκης,
πάντα αθέατος, διαβάζει τη διαθήκη του
.)

Γ.Κ. – Σαραντατέσσαρες χιλιάδες γρόσια εις το κε­μέρι του Μήτρου Αγραφιώτη. Από αυτά αι τριάκοντα χιλιάδες να δοθούν εις τες τσούπες μου· να τας παραλάβουν οι δύο Μήτρηδες, του Σκυλοδήμου και Αγρα­φιώτη. Δύο χιλιάδες να πάρει ο ένας Μήτρος και δύο ο άλλος, όπου με εδούλευαν. Χίλια να πάρουν εκείνοι που θα με θάψουν. Δύο χιλιάδες έχει ο γραμματικός, τέσσαρες χιλιάδες γρόσια τής Μαριώς. Τα άλλα να μοιρασθούν διά την ψυχήν μου. Αυτά όπου έχω εις την σακούλαν μου να τα λάβουν οι γραμματικοί και τζαουσάδες* μου.

Το τουφέκι και τα άτια μου να πάνε των παιδιών μου, και το ωρολόγιόν μου.

Δ.Αι. – Και τέσσαρες χιλιάδες γρόσια της Μαριώς… Μα εκεί που πάει η Μαριώ τα γρόσια δεν μετράνε. Τον ένιωσε το θάνατό σου, καπετάνιο μου, και τ’ απο­φάσισε να τον ζήσει πριν από σένα, μήπως και σω­θείς. Και βιάστηκε να κατεβεί, ν’ ανοίξει τόπο καθαρό μέσα στη μούχλα, να σου στρώσει, να γείρεις πια να κοιμηθείς να ονειρευτείς δίχως τον πόνο που σου πε­λέκαγε σώμα και ψυχή χρόνια και χρόνια. Πήδησε στ’ άλογό σου, την καλοδέχτηκε, σαν να ’νιώσε κι αυτό το κίνημα τής ψυχής της, τραβάει καταπάνω στην Τουρκιά ουρλιάζοντας Τιέ σιότζι νιερ ντουφέκ Καραϊσκάκιτ, όλοι τον ήξεραν το λόγο αυτόν. Βαρύ­θυμα στείλαν τα βόλια τους οι Τούρκοι πάνω της, σαν μαγεμένοι κι απ’ τη θωριά κι από τη λεβεντιά της. Κι έδωσε η Μαυρομάτα σου και δεν σκοτώθηκε. Λαβώ­θηκε βαριά η Μαριώ, είναι σε διπλανή γολέτα, πολε­μάει να φύγει γρήγορα, και δέεται τώρα και στους δυο της τους θεούς, στους άγιους Πάντες, να κρατηθείς εσύ, ν’ αντέξεις. Μα η Μαυρομάτα σου το φύλαγε στερνό της δώρο. Να ταξιδέψετε μαζί.

Λεξιλόγιο

ίρτζι: η τιμή
τακίμι: σύνολο πραγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.
τεσκερές: γραπτή διαταγή
τζαουσάδες: τσαούσηδες, λοχίες

Η φράση Τιέ σιότζι νιερ ντουφέκ Καραϊσκάκιτ, στα αλβανικά, εξηγείται νωρίτερα ότι σημαίνει «Να ιδείς μια φορά ντουφέκι του Καραϊσκάκη».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *