cebaceb1ceb9 cf80ceaccebbceb9 ceb3ceb9ceb1 cf84cebf cf80cf81cebfcf84ceb5cebbceb5cf85cf84ceb1ceafcebf cf80cebfceafceb7cebcceb1

Το σημερινό άρθρο συνεχίζει και συμπληρώνει (και αναιρεί εν μέρει) ένα παλιότερο άρθρο, του 2010. Βέβαια, από τότε έχουν περάσει σχεδόν 12 χρόνια, οπότε το «και πάλι» του τίτλου ίσως θυμίσει εκείνον τον τσιγκούνη του ανεκδότου, που κράτησε ένα καπέλο επί 30 χρόνια κι όταν αναγκάστηκε να αγοράσει άλλο πήγε στο πιλοπωλείο και είπε: «Μου δίνετε ακόμα ένα καπέλο;».

Προειδοποιώ επίσης ότι το ποίημα για το οποίο θα σας πω είναι άσεμνο, οπότε συνεχίζετε την ανάγνωση με δική σας ευθύνη.

Λοιπόν, το 1994 στην ιντερνετική λίστα Hellas, στην οποία συμμετείχαν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) Έλληνες φοιτητές και μεταπτυχιακοί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ο φίλος Τάκης Παπαλεονάρδος, Αιγινήτης, αργότερα καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, αποκάλυψε «ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη, που το έγραψε ο ποιητής λίγους μήνες πριν πεθάνει».

Το σημείωμα αυτό, το αναδημοσίευσα πρώτα στον παλιό μου ιστότοπο το 2007, και το 2010 στο ιστολόγιο, με την άδεια του Τάκη Παπαλεονάρδου.

Θυμάται ο Παπαλεονάρδος: Το καλοκαίρι του 1974 λοιπόν είχε έρθει ο Βάρναλης στην Αίγινα, και βρέθηκε με τον Ζωγράφο στο καφενείο. Ήτανε μαζί τους και μερικοί φίλοι. Κάποιος λέει του Βάρναλη, «γράψε κάνα ποίημα». Ο Βάρναλης λέει λοιπόν, «θα γράψω ένα για τον φίλο μου το Νίκο». Και εκεί σ’ ένα χαρτάκι έγραψε το παρακάτω ποίημα που το χάρισε στον Νίκο Ζωγράφο. Η θεία μου το αντέγραψε στο σπίτι του Ζωγράφου. Από παλιά γνώριζα την ύπαρξη του ποιήματος, αλλά η θεία μου αρνιόταν να μου το δείξει γιατί ήταν… «σόκιν». Πάντα μου’ λεγε «όχι, είσαι μικρός». Κάποια στιγμή το ξέχασα κι εγώ και πέρασαν κάμποσα χρόνια. Τα τελευταία Χριστούγεννα, που κατέβηκα Ελλάδα, το θυμήθηκα πάλι και μου τόδωσε επιτέλους.

[Ο Νίκος Ζωγράφος ήταν προσωπικότητα του νησιού, υποψήφιος δήμαρχος και συγγενής του Παπαλεονάρδου]

Ιδού λοιπόν το ως τώρα ανέκδοτο ποίημα του Βάρναλη:

ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ

Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!

Από τις δικές μου αναδημοσιεύσεις, το 2007 στον ιστότοπο και το 2010 στο ιστολόγιο, το ποίημα έγινε σχετικά γνωστό, αναδημοσιεύτηκε σε ιστολόγια όπως του φίλου μας του Αθεόφοβου, αλλά και σε ιστότοπους μεγάλης επισκεψιμότητας (παράδειγμα) και, αναπόφευκτα, μελοποιήθηκε. Νομίζω ότι έχει συμπεριληφθεί και σε κάποια έντυπη ανθολογία.

Αρχικά, το είχα χαρακτηρίσει, όπως και ο Παπαλεονάρδος, «το τελευταίο ποίημα του Βάρναλη», αλλά μου επισημάνθηκε ότι, αν το ποίημα γράφτηκε το καλοκαίρι του 1974 δεν ήταν το τελευταίο του Βάρναλη, διότι στη μεταθανάτια συλλογή «Οργή λαού» υπάρχει ποίημά του γραμμένο τον Οκτώβρη του 1974. Έτσι άλλαξα τον τίτλο του πρώτου άρθρου σε «(προ)τελευταίο ποίημα».

Μια μαρτυρία όμως ανατρέπει αυτή τη χρονολόγηση και καθιστά αναγκαίο το σημερινό άρθρο.

Ο Βάσος Βόμβας, δικηγόρος και λόγιος από τη Μυτιλήνη, γιος του ποιητή Γιάννη Αλύτη (δηλαδή του Γιαννακού Βόμβα) είδε το άρθρο της Lifo και μου έγραψε, διότι το ποίημα του Βάρναλη το ήξερε, αν και κάπως διαφορετικό, από τον πατέρα του. Είχαμε μια ανταλλαγή μηνυμάτων, αργότερα γνωριστήκαμε κιόλας, αλλά αμέλησα να γράψω διορθωτικό άρθρο -πιο σωστά: το ανέβαλα διότι δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή, αλλά δυστυχώς μετά το ξέχασα. Πρόσφατα, ξαναήρθε στη συζήτησή μας το θέμα, οπότε σπεύδω να επανορθώσω.

vomv

Το ποίημα στην εκδοχή Βόμβα:

Μουνιά φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νιοφούρνιστου ψωμιού
τη θραψερή ζεστοβολιά
παρθενικά μουνάκια
π’ ανοιγοκλείνουν τα χειλάκια σας τα χνουδωτά
σαν του γαρύφαλου
τ’ ανεμόσβυστα χειλάκια
σαν στοματάκια διψασμένα
-κι από τι δίψα!-
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
ονειρέβεστε νύχτες οργιακές
και κάπου κάπου αργοκυλάει
από των φλογισμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ.

Υπάρχουν πολλές διαφορές με την εκδοχή Παπαλεονάρδου, αλλά είναι όλες δευτερεύουσες.

Σημειώνει ο Βάσος Βόμβας (στο βιβλίο του «Αναμνησιολογία. Η διαδρομή μιας ζωής», Μυτιλήνη, 2020) για το χειρόγραφο της φωτογραφίας: Το ποίημα το έχει αντιγράψει ο πατέρας μου, άγνωστο από ποιον, και έχει τα εξής χαρακτηριστικά. Είναι γραμμένο με μελάνι, σε παλιό χαρτί της Νομαρχίας Λέσβου, που τότε υπηρετούσε ως υπάλληλός της…

Ακόμα, ο Βάσος Βόμβας παραπέμπει σε ένα κείμενο του πατέρα του, στο οποίο ο Γιαννακός Βόμβας μιλάει για τις παρέες της κατοχής και εκεί παραθέτει το ποίημα του Βάρναλη, σημειώνοντας ότι σε μια βεγγερα το είχε απαγγείλει (ο Γ.Β.) με συνοδεία πιάνου. Αυτο το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο Γιαννακός – Αλύτης – Βόμβας, «Οι φίλοι μου κι εγώ» (Σμίλη 2013).

Ποιο συμπέρασμα βγαίνει; Προσωπικά, έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και στις δύο πηγές -και στον Βόμβα και στον Παπαλεονάρδο και νομίζω πως οι δυο μαρτυρίες τους δεν συγκρούονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, δεν μπορούμε να αποδώσουμε το ποίημα στον Βάρναλη, τουλάχιστον μέχρι να δούμε το χειρόγραφό του, αλλά κατά τη γνώμη μου η ιστορία έχει ως εξής:’

1 Ο Βάρναλης συνθέτει το ποίημα στοιν μεσοπόλεμο. Για προφανείς λόγους δεν το δημοσιεύει, αλλά το ποίημα κυκλοφορεί χέρι με χέρι, όπως γινόταν κατά κόρον τότε για «άσεμνα» ποιήματα (π.χ. τους Μπερντέδες του Λαπαθιώτη), αντιγράφεται και διαδίδεται σε παρέες λογίων μέχρι που φτάνει και στη Μυτιλήνη.

2 Το ποίημα το αντιγράφει ο Γιαννακός Βόμβας και το κρατάει μαζί με άλλα, στο τεφτεράκι του.Το απαγγέλλει σε βεγγέρες της παρέας του.

3 Ο Βάρναλης το 1974, ίσως ανταποκρινόμενος σε παρακλήσεις της αιγινήτικης παρέας του, δίνει το χειρόγραφο του ποιήματος στον Ν. Ζωγράφο. Οι μικρές διαφορές ανάμεσα στις δύο εκδοχές μπορεί να οφείλονται είτε στο ότι στο μεταξύ ο Βάρναλης ξαναδούλεψε το ποίημα είτε, το πιθανότερο, στο ότι δεν θυμόταν πώς ακριβώς ήταν -μην ξεχνάμε πως είναι 90 χρονών.

4 Ο Παπαλεονάρδος μαθαίνει για το «άσεμνο ποίημα του Βάρναλη» από κουβέντες της οικογένειάς του, και αργότερα του το δείχνουν και το αντιγράφει. Το 1994 το δημοσιεύει στην ιντερνετική λίστα Hellas, από όπου το βλέπω εγώ και το αναδημοσιεύω, με την άδειά του, στον ιστότοπό μου και στη συνέχεια στο ιστολόγιό μου. Ακολουθούν άλλες αναδημοσιεύσεις.

Δεν βλέπω κανένα κενό σε αυτό το σενάριο, νομίζω ότι κάπως έτσι θα συνέβησαν τα πράγματα. Βέβαια, αν είναι έτσι που τα λέω, το ποίημα παύει να είναι το τελευταίο ή το προτελευταίο του Βάρναλη. Έχει όμως τόσες φορές χαρακτηριστεί έτσι, που φοβάμαι πως αυτή η ψευδεπίγραφη διάκριση θα το συνοδεύει για πάντα.

Έτσι κι αλλιώς όμως, για λόγους τάξεως ας υπάρχει και το σημερινό άρθρο.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *