cebaceacceb8ceb5 cf84ceb1cebeceafceb4ceb9 cf83cf84ceb7cebd cf83cf84cf81cebfcf86ceae cf84cebfcf85 cf86ceb5cf81ceb5ceb9cf80ceb5ceafcebd

 

 

Κάθε Ταξίδι Στην Στροφή Του Φερειπείν
 Σαν Σκέψη Φαντασίαs Και Συχνότητας
(Μια εκπομπή – κείμενο εξοικείωσης – σε συνέχειες)

Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

image3

Το ταξίδι αποτελεί πράξη ελευθερίας και ανανέωσης. Το ταξίδι βρίσκεται συνεχώς στην καθημερινότητά μας. Την κινεί, την γεμίζει και της δίνει ένα νόημα. Ταξίδι, να μπει δηλαδή μια τάξη, μια σειρά στα δρώμενα της ζωής των στιγμών. Το φευγαλέο, το ιδεατό το φανταστικό, το άμεσο, το γνώριμο και το άγνωστο ζητάνε να φιλτραριστούν και να επαναπροσδιοριστούν στο αργότερα της ανάμνησης τους. Δηλαδή πού. Στο χρόνο και στο χώρο. Στο άμεσο πεδίο μας, στο κοντινό μας αλλά και στο άπιαστο και στο μακρινό εκεί υπάρχουμε. Στο εκεί δηλαδή που συνυπάρχουμε. Στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο όνειρο της που ανανεώνεται και στο φως που μας περιμένει και μας λούζει, το κάδρο και το βιβλίο της ζωής μας κοιτάει και μας ακουμπάει.

Σε κάθε πρόταση και επιφώνημα στο πλήθος που μας τραβάει στην χοάνη της συνήθειας του και των πολλών πληροφοριών που Την γεμίζουν, ( ή την πελαγώνουν ή την αφήνουν αδιάφορη ) το θέλω των διακοπών, το θέλω και το έχω ανάγκη να αλλάξω εικόνα και ήχους δεν γίνεται λυτρωτικό με το πάτημα ενός κουμπιού. Η αλλαγή περιβάλλοντος, τόπου και χρόνου γίνεται προορισμός απαραίτητος. Νοσταλγία, θύμηση και απόλαυση συμπορεύονται μαζί του. Το Τρίπτυχο συγκερασμών αντίστοιχων της αμβροσίας, του παράπονου και της στιγμής συγκατοικούν με τα μέσα σου. Κωδικοί εισόδων ή εξόδων δεν κρίνονται απαραίτητοι.

Δεν ξέρω αν η ζωή είναι ταξίδι πρώτο ή τελευταίο. Όπως και δεν γνωρίζω ποιος είναι και ο απόλυτος ορισμός τους. Αλλωστε σε γνώριμα και απάτητα μονοπάτια του νου και του σώματος πάντοτε κολυμπάμε και περπατάμε. Εκεί κάνουμε και μεροκάματα, νυχτοκάματα, πορείες και χαλαρότητες στιγμιαιές και εξακολουθητικές.Το σίγουρο είναι η αναγκαιότητα του ταξιδιού είναι μια πρόκληση. Ως περιπέτεια, ανανέωση, αφορμή, διάλειμμα στη διαδρομή του χρόνου και των εποχών μας γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι μας.

Δεν ξέρω επίσης αν είμαστε μονίμως ή παροδικά σε ταξίδι. Ενδεχομένως νάναι το όριο μας. Αλλωστε και οι διακοπές, το διάλειμμα από την επανάληψη των ωρών και των ωραρίων, μας ανανεώνει και μας συμπληρώνει. Ερχόμαστε πιο κοντά με το συμπέρασμα της πορείας μας και δηλώνουμε παρών στην στιγμή που ζούμε. Αλλά και σε κάποια άλλη τους στιγμή ξαναβρισκόμαστε όταν την διηγούμαστε και την μοιραζόμαστε την περιπέτεια και το πεπερασμένο των ταξιδιών. Παράλληλα και κάθετα υπάρχουμε με οτιδήποτε και ότι μας γεμίζει την διάθεση και τον στοχασμό μας. Το νιώθουμε πολλαπλά δηλαδή κάθε κομμάτι και μυρουδιά του ταξιδιού.

Βρισκόμαστε στης ψυχής και στου μυαλού το παρακάτω, το παραπέρα, όπως θα λεγε και λέει και ένα τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου. Στην χούφτα των στιγμών αλλά και των φωνών που έχουν απομείνει πιά στο χορό της αλήθειας μας και της συμπόρευση μας ξανά ορίζουμε και το όποιο περιθώριο τους. Γιατί το ταξίδι είναι στροφές με πολλές ταχύτητες και πολλές σελίδες άγραφες και ρυθμούς απάτητους όχι απαραιτήτως τραγουδιού και γραφόμενων συγκινήσεων. Χαμηλόφωνα και στην διαπασών νοικιάζουμε, αγοράζουμε, συναλλαζόμαστε, πορευόμαστε με του χρόνου την γραμματική και τις προτάσεις. Με τα ρήματα και την ακτίνα τους. Στο κύκλο και στο τετράγωνο των στιγμών, οι χάρτες τους φτιάχνουν αλλιώς τα σύνορα. Αλλά τα διπλά ρολόγια ή δύο πατρίδες όπως θα πει ο Παντελής Θαλασσινός σε στίχους της Ευγενίας Ασλανίδου, και με την παρουσία του Σωτ. Χατζημανώλη, τραγουδιστά θα υπάρχουν για να μετρούν του απείρου το κύμα και τις ρίζες των βημάτων. Οταν το σώμα κατοικεί αλλού, η καρδιά αναπνεει πιο καλά σε άλλους ουρανούς .

Στην άλλη στιγμή

Μια παλιά φωτογραφία και ένα φυλακτό, τα πιο ελάχιστα δηλαδή, δεν πάλιωσαν από του χρόνου την φθορά και την τριβή. Τα δρώμενα, στο ταξίδι της εντός πολιτείας, έχει άλλο πορτοφόλι, άλλες φλέβες, άλλον ουρανό. Ποιος τελικά έφυγε από το τόπο του και ποιος πονάει περισσότερο; Αυτοί που μείνανε ή αυτοί που φύγανε; Στροφές δρόμου που θέλουμε να χαθούμε και να επιστρέψουμε αιωρούνται μαζί μας. «Τα περασμένα καίγονται στην λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε» μας ψιθυρίζει ο Δημήτρης Ζερβουδάκης στα «Ανείπωτα». Στα χιλιάδες ανείπωτα που ζητάνε, δίψα, φωτιά και προσμονή.

Στιγμές πρωτόγνωρες… Αυτονόητες θα πρόσθετα. Μονολεκτικές σε συνεχές διάλογο ανοίγουν πανιά. Τα πρωτόλεια λόγια τους τα αγγίζουμε και τα αγκαλιάζουμε ξανά και ξανά ως κατάσταση νοσταλγίας και ολότητας. Και γίνονται σημάδια, χαρακιές στα βήματα και στις αντοχές. Στην κλεψύδρα τους και στα χωρίς λόγια της άμμου ταυτιζόμαστε, κουβεντιάζουμε, αφηνόμαστε. Τα συναισθήματα είναι εκεί και έχουν ονοματεπώνυμο, χαρακτήρα και διάρκεια. Μπορεί να ναι μια γεύση που ποθούμε. Μας κατοικεί η περιέργεια του αγνώστου. Στον επαναπροσδιορισμό του γνώριμου και οικείου αποκτούμε μια άνεση όταν μας δίνει τα κλειδιά και τα αντικλείδια του.


image4

Συγχρόνως

Το καλώς όρισες είναι απλόχερο. Χωρίς προσχήματα και κωδικούς. Η απαραίτητη εισαγωγή. Το απαραίτητο γεφύρι. Και της Άρτας και της Πάτρας. Με ή χωρίς διόδια και το πέρασμα και η θέα συνεχίζει το δρομολόγιο του εισιτηρίου της φαντασίας και των επιρρημάτων. Σημεία των καιρών και σινιάλα εποχιακά και οι βαλίτσες. Κομμάτια του χεριού και της καρδιάς μας συντροφεύουν. Το καρτελάκι του ονόματός μας, κοντά στην κλειδαριά είναι εκεί πάντα, σε αναμονή, σε διαδρόμους ιδιωτικούς, κυρίως αλλά και σε αναμονές. Στο κάθε τους σημαίνον. Όσο τις κοιτάμε λίγο πολύ, θέλουμε να τις αδειάζουμε και να τις γεμίζουμε. Ταξίδι και βαλίτσα, των απολύτως απαραιτήτων είναι συνυφασμένα με τις εμπειρίες που κουβαλάμε που δώσαμε, πήραμε, αφήσαμε. Αυθόρμητα και ως ανάμνηση και ως ενθύμιο.

Έτσι είναι αυτά. Γίνεσαι παρών και απών στιγμιαία και εξακολουθητικά, στο χώμα, στα βιωμένα, στα απόρθητα, στα ξεχασμένα, στα καινούργια. Πάντα η έκπληξη και η επιθυμία σου κρατάει το χέρι μαζί με ένα μπουκάλι νερό. Τα απαραίτητα σύνεργα, διαβατήριο και μάτια της ψυχής, κοιτάνε μπροστά, κοιτάνε δεξιά, κοιτάνε αριστερά και δίπλα σου με τις υπόλοιπες αισθήσεις να αλληλοσυμπληρώνονται. Τα μάτια δεν χορταίνουν τις γεύσεις και το οποίο αλατοπίπερό τους. Τα μάτια που γίνονται δεκατέσσερα. Πολλαπλασιάζονται, αθροίζονται και αφαιρούνται. Τα μάτια που ζεσταίνονται και κρυώνουν και φτιάχνουν και την γεωμετρία του τοπίου ενσυναίσθηση και με φιλότιμο. Πολύ περισσότερο μέσω των γνώριμων και καινούργιων φωνών πολλαπλοί συντονισμοί βρίσκονται και στο εκεί και στο αλλού τους. Με μια λεπτότητα μεταιχμίου και συνεχούς παρόντος. Τα ρούχα στα μανταλάκια τους όπως και οι εφημερίδες πάντα θάναι εκεί . Να σε κοιτούν ,ακόμα και με τα μελτέμια και των περαστικών την αύρα .Μπαίνω στην εποχή των εικόνων. Αρχίζουν οι προσαρμογές. Ως παρατηρητής και ως κάτοικος. Για αρκετούς τα άπιαστα νέα των κοιν. Δικτύων ειναι η προέκταση τους.Οι εφημερίδες και το ξεφύλλισμα βιβλίων και περιοδικών για άλλους. Έχουν άλλη χάρη όταν μαυρίζουν τρόπο τινά τα δάχτυλα από τις ειδήσεις του χαρτιού. Σημειώνει, ερωτάται, ο Μίλαν Κούντερα «Ποιο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημος με τον εαυτό του». Ο ίδιος ο χαρακτήρας δεν μένει ίδιος. Είναι σε μια διαρκής μεταβολή και εξέλιξη σε ένα καθρέφτισμα – πώς λέει το παιδικό τραγουδάκι, με εκείνο το καράβι το Άα Άα αταξίδευτο – και με στους τόπους αλλά και στα μαντήλια τους.

Άλλοι οι συλλαβισμοί του ταξιδιού, όταν σε συναντούν στην αλμύρα του καλοκαιριού και αλλιώς στην κλεισούρα του χειμώνα. Όλα έχουν την δικιά τους χάρη. Άλλα χαμόγελα, ντυσίματα και Αχχχ! Όλοι τους και όλα όμως έχουν την σημασία τους. Τα σημάδια που αφήνουν ή που φαντάζεσαι να αφήνουν δεν τα προσδιορίζεις με πλήρη σαφήνεια. Τα μετά της ανάμνησης, του άλλου ταξιδιού της επιστροφής, είναι αποτυπωμένα, σε ενικό και πληθυντικό φωτογραφιών. Άρχισες και αρχίζεις να θυμάσαι αλλιώς το χρόνο. Αναρωτιέσαι ήμουν εκεί; Πώς ήμουνα εκεί; Τι ένιωθα εκεί; Ποιο το εδώ μου; Τι φόραγαν οι στιγμές τότε; Πώς το λέγανε το πεζούλι εκείνο; Η θέα από το μπαλκόνι με περιμένει άραγε; Οι φωνές και οι σιωπές, με τα χιλιάδες φερειπείν πού να πήγανε; Σε ποιο λιμάνι, σε ποιο σταθμό αναχώρησης; Σε ποιο άγγιγμα; Οι βασιλικοί και οι απόντες είναι εκεί; Και οι σκέψεις ,αναςες δεν σταματούν να ταξιδεύουν. Στο αέρα, στις ράγες, στις ρόδες, στο κύμα, στα αποτυπώματα, στην μνήμη. Μονολογείς. Ναι ήταν ωραία. Ξανά μονολογείς. Θα μπορούσε και νάτανε καλύτερα. Θα μπορούσε να κράταγε πιο πολύ. Το κυνήγι της ευτυχίας, παρονομαστής και ζητούμενο πολλών δεδομένων. Οι σκέψεις νοτίζονται και, σιωπούν στα όποια συμπεράσματα. Τα λένε όλα με μίαν ανάσα που χάνεται και επιστρέφει σαν κερί, σαν σπασμός, σαν το γειά σας, σαν ρυτίδα. Ένας άλλος κόσμος ανοίγεται. Βουτάει και λιάζεται στο χρόνο της στιγμής, της μνήμης και της ανάμνησης. Μέχρι εκεί που φτάνει το όνειρο και οι δυνάμεις του, στο παρκέ και στο γήπεδο τους παίζονται τα παιγνίδια. Στον ουρανό και στην εξέδρα τους τα χειροκροτήματα αλλάζουν θέσεις. Ο ρόλος των συμβόλων στη διεργασία αυτή, δεν σταμάτησε τους συνειρμούς να ζητούν ηρεμία.

Θα μπορούσε να κράταγε πιο πολύ

Έτσι και στα ταξίδια, τις περισσότερες φορές. Στην τελική τους πτώση εικάζω, όταν κάνουν τον κύκλο τους. Δεν έκανα ταξίδια μακρινά… ταξίδεψε η καρδιά και αυτό μου φτάνει θα πει ο Γιώργος Νταλάρας σε μουσική Γιώργου Ανδρέου και λόγια από τον Παρασκευά Καρασούλο. Και όλες οι γεύσεις τους, σε πάνε μαζί με τις ρίζες των ανθρώπων, ακόμη πιο βαθιά, ακόμη και πιο πέρα. Στο παιγνίδι της κάθε στιγμής, στην αθωότητα της και στο τι είναι αυτό που μας ενώνει, μας αγγίζει μας λυτρώνει οι Πυξ Λαχ μας πηγαίνουν σε άλλες σκέψεις. Εκεί που ο χρόνος ο κοινός, τελειώνει. Αμετάκλητα τα μοναχικά μετερίζια. Γραμματοκιβώτιο που περιμένει το κατάλληλο γράμμα να το ανοίξει και να το χαρεί. Ετσι γίνεται και στο ταξείδι. Αποστολέας και παραλήπτης εναλάσσουν ρόλους. Όλοι περιμένουν. Οι Εικόνες συνεχίζουν να τρέχουν σαν παιδάκι στην παραλία. Άλλοτε γρήγορα, άλλοτε πιο αργά κυνηγώντας το άγνωστο.

Ναζιάρικα, απαιτητικά, παίζοντας κρυφτό και κυνηγητό φτιάχνουν τον κόσμο.

Ακόμη και όταν κοιτάς από ψηλά, πάνω από ένα αεροπλάνο, για παράδειγμα, μοιάζει η γη με ζωγραφιά, και όλα σου φαίνονται τόσο ασήμαντα. Έτσι μας λέει ο Κ. Χατζής και η Σώτια Τσώτου. Και μας πάνε στις αλλες πολιτείες του Σταμ. Σπανουδάκη και της Ελένης Βιτάλη. Από άλλο δρόμο, από αλλο σταθμό, έρχεται η Σωτηρία Μπέλλου και ο Διονύσης Σαββόπουλος, με τα αερόπλανα τα βαπόρια και με τους φίλους τους [μας] παλιούς. Όλα εν κινήσει, στις πολλές στροφές τους αλλά και στις εκδρομές και στις ξενητιές εχουν και αποκτούν μικρές και μεγάλες συγγένειες. Και στο πηγαιμό και στον ερχομό τους η κάθε λεπτομέρεια νοτίζεται. Σηματοδοτεί δε και προεκτείνει την μέσα μας διαδρομή, είτε αυτή έρχεται από την θάλασσα, είτε από τα βουνά, είτε από το αύριο. Το να πας και μια απλή βόλτα στο φεγγάρι και στο Σείριο (που για μερικούς είναι εφικτό, σε πραγματικό χρόνο) με λίγη δόση φαντασίας, ο Μάνος Χατζιδάκης μικραίνει την λύπη των αποστάσεων. Συλλαβιστά συνεχίζουμε. Εκεί στην αγκαλιά της νύχτας, το καλοκαίρι, που λάμπει το αστέρι και το φως του μας ντύνει, ο Μίκης Θεοδωράκης μάς υπενθυμίζει ότι όταν το όνειρο σε συναντάει, το ταξιδεύεις με ψυχή και σώμα.

Σημεία εκκίνησης

Οι ώρες κοινής ησυχίας έχουν βέβαια άλλα πρωτόκολλα. Βάζεις φρένο παροδικά στα δευτερόλεπτα.

Η κοινή σιωπή, η ησυχία στην θέση της ανεφοδιάζεται για τις επόμενες εκπλήξεις των ωρών. Κρατώντας στα χέρια σου τα ξημερώματα, τα λιοπύρια, τα βήματα, την μουσική συνεχίζεις να περπατάς. Η σκηνοθεσία της αρχής και του τέλους του ταξιδιού δίνει διαρκώς παραστάσεις με πολλούς θεατές και ρόλους. Κανείς εδώ δεν τραγουδά, κανένας δεν χορεύει, ακούνε μόνο την πενιά και ο νους τους ταξιδεύει, τραγούδησε στα λόγια του Τάκη Σιμώτα ο Νίκος Παπάζογλου. Αλλά το δικό σου μπαγλαμαδάκι, κουρδισμένων και ακούρδιστων στιγμών, ανεβοκατεβαίνει σε άλλες εποχές και συχνότητες και χημείες. Το ημερολόγιο ή οι σελίδες διαβατηρίου των στιγμών γεμίζει με κοχύλια, με φωνές, με βόλτες, με αγκαλιές, με εικόνες. Δράση και αντίδραση εργαστηρίου και πειραμάτων τα παραπάνω αφήνονται στη στιγμή. Συνταγολόγια και πιάτα στο μενού, ουκ ολίγα. Όλα χάνονται και επιστρέφουν ταυτόχρονα .Το ποτήρι της καρδιάς και των στιγμιαίων τσουγκρισμάτων το αδειάζεις και το γεμίζεις για την υγεία της στιγμής. Με τα εσώψυχα έχεις και κάνεις νταραβέρι και ανοίγεις παρτίδες. Λέξεις έρχονται όταν μυρίζεις αλλιώς τον αέρα τους. Παραδείγματα. Παρενθετικά την παρτίδα… τι πατρίδες ….τι παρτίδες …τι πατρίδα …..

Καμιά φορά οι λέξεις τι μας κάνουνε ή τι κάνουνε στις λέξεις. . Κλείνει η παρένθεση. Κλείνουν οι παρενθέσεις… Μάλλον ανοίγουν. Τα σκόρπια έρχονται σαν ψίχουλα, σαν ψιμύθια, σαν ψίθυροι. Στην ψάθα που απλώνεις στην άμμο και τα ψαροπούλια ακόμη και αυτά δίνουν παρόν. Σφυρίζουν τον δικό τους σκοπό οι λεξούλες, όταν τις κουβαλάς και στην πλάτη σου και σε πολιτειές υπαρκτές και ανύπαρκτες τις ξεφορτώνεις με χαρά.

Μαζεύω: … οι επινοήσεις… οι μύθοι… ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Σουίφτ, ο Βερν, ο Πεσσόα, ο Καζαντζάκης, ο Ηρόδοτος, τα Υπερμάχω, ο Σολωμός, ο Εμπειρίκος, ο Ουράνης, ο Χεμινγουέυ, ο Τσάτγουιν, ο Καπισίνσκι, ο Κουγιουμτζής, ο Τσιτσάνης, η Παπαγιαννοπούλου, ο Αναγνωστάκης, το μπαλκόνι, o κυρ βοριάς, τα βουνά, το κύμα που σπαρταράει ,οι ήχοι των κινητών, το συρτάκι, το τσάμικο, τα μπλουζ, οι γειτονιές, το νερό, το φεγγάρι, η αγορά, το άγγιγμα.

Μαζεύω :.. η επαναφορά… οι εκδοχές… οι φθορές… οι όψεις εν δυνάμει και ενεργεία… όλα τα λουλούδια στο λυκαυγές ……η κουρτίνα …το καλαμάκι ..το χαμόγελο ….όλα εδώ, όλα εκεί… Εισιτήριο ταυτότητας και ηρεμίας… Περνάνε τα χρόνια… Ερώτηματα… μια τρύπα στο νερό… κάτι κάναμε… Πού είναι το μετά τους… ποιος ρωτάει… Δύο βουτιές και δύο κουβέντες… Συνεχίζονται ολα στην επιστροφή. Πώς περνάει η ώρα! Η επιστροφή δεν γνωρίζω αν περνάει απο πού και πότε. Εχει δικό της δρομολόγιο φαντάζομαι.

Πρόσωπα και πράγματα αλληλοσυμπληρώνονται. Αποσπασματικά στα αποσιωπιτικά τους όταν οι λέξεις περνούν από κενό αέρος άντε και από καμιά λακκούβα ταρακουνιούνται κάπως τα νοήματα μέχρι την τελική επεξεργασία. Εκει και τα τζιτζίκια , οι λάχανο κεφτέδες και τα βλήτα και τα κάρβουνα και τα αηδόνια μαζί με την βρύση της πλατείας και τα σχολειά της παρεας σε καλοδέχονται.

Συλλαβιστά

Η σωτηρία της ψυχής σαν ταξιδάκι αναψυχής και όχι μόνο, χορεύει στα αυτιά μας. Οι φωνές της Άλκηστης Πρωτοψάλτη, Της Λίνας Νικολακοπούλου με τον Στ. Κραουνάκη ανοίγουν τις στιγμές αλλιώς. Η σωτηρία και η ψυχή της, ως εξομολόγηση, ως άγγιγμα, ως ευλογία συνεπικουρεί στο ταξίδι. Φανταστικό και πραγματικό το οποίο γεγονός γίνεται πρόφαση για τον κάθε κανόνα ρεαλισμού και τυπικότητας. «Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για τον Νότο, δύσκολες βάρδιες κακός ύπνος και μαλάρια» συμπληρώνει στο Kuro Siwo του ο Νίκος Καββαδίας και στο πιάνο ο Θάνος Μικρούτσικος στα λιμάνια του κόσμου (και της ψυχής ) και στα χρόνια της φυγής μας διαβαίνει. Μέχρι εδω ακόμη και στο ποτάμι μας το Yarra Yarra. Γιατί η πόλη τούτη έχει τις ομορφιές και τις εναλλαγές της. Η υπενθύμιση του Κ.Π.Καβάφη αιωρείται η πόλις θα σε ακολουθεί, στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους, και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς. Όλοι ταξιδευτές. Από τόπο σε τόπο ή ακόμη και επιτόπια, μέχρι και το απέναντι τετράγωνο ενδεχομένως. Το τετράγωνο, ως όριο μη γνωριμίας, μη ανανέωσης, μη επαφής. Τα πολλά τα μη, δεν γεμίζουν ούτε με λάθη, ούτε με εμπειρίες, ούτε με λαλιές. Ό Κ. Παλαμάς μάς λέει «η φαντασία χωρίς να την βοηθούν πανιά και λαμνοκόποι κυλάει». Αυτό κάνουμε. Και μεσα στο ταξείδι είναι και η λύπη αλλά και σε ό,τι λείπει.


%25CE%25A7%25CF%2589%25CF%2581%25CE%25AF%25CF%2582%2B%25CF%2584%25CE%25AF%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF


Καθώς ο χρόνος

Το ζητούμενο της γνωριμίας των τυχαίων συναντήσεων αλλά και όλων που σε περιμένουν ή καλύτερα μας περιμένουν, γίνεται κομμάτι αφορμής που θέλεις να το ξαναμάθεις και να το ζήσεις. Το ξανά τους δηλαδή, την χειραψία και τις παρενθέσεις τους. Ακόμη και μέσα από τις διατυπώσεις, τυπολογίες του τύπου «πόσα παίρνεις;», «περνάς καλά εκεί;» «δεν άλλαξες καθόλου», «α , δεν το συζητώ», «καλό υπόλοιπο» και «όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν» στο κάθε τι τους σε βρίσκουν προετοιμασμένο και ευχάριστα περιπλανιέσαι, στα πλαίσια της αγοράς και του χαλαρού. Με αμοιβαιότητα. Και τα φεγγάρια εκεί και τα χαλάζια εκεί βρίσκονται για να συμπληρώνουν το μωσαϊκό. Και οι πέτρες και οι αμμουδιές και οι λαλιές. Κάποιοι τόποι, κάποιοι άνθρωποι, κάποιες στιγμές κατοικοεδρεύουν στο εσαεί της μνήμης. Έχουν μια ιδιαίτερη θέση. Ακόμη και αυτοί που φύγανε, με το κερί που ανάβεις ξανάρχονται κοντά σου. Ακόμη και αυτοί που μεγαλώσανε και σε κοιτάνε και τους κοιτάς και στο δευτερόλεπτο της κουβέντας-απορίας αν «Είσαι εσύ;» τα χωρίς λόγια της απόστασής τα γκρεμίζεις εν θερμώ. Ακόμη και χιλιάδες ακόμη βηματίζουν μαζί σου και από το πουθενά σκάνε σαν κύματα στην παραλιακή της ραστώνης σου. Πάνω από σύννεφα, πάνω από θάλασσες και από στεριές ταξιδεύουν και ταξιδεύουμε μαζί τους, με τα τραγούδια τους που γίνονται προέκταση μας, όπως μας υπενθυμίζει η Δήμητρα Γαλάνη και η Χαρούλα Αλεξίου. Ρομαντικά και δωρικά πλαγιάζουν και στέκονται τα χρώματα στην αυλή των σκέψεων σου. Το άπιαστο των κυμάτων τους πλησιάζει. Το χάδι του ονείρου δεν θέλει να ξυπνήσει . Το όνειρο που γίνεται αλήθεια. Έστω, και με μικρές δοσολογίες. Αναρωτιέσαι ακόμη και όταν ο χρόνος κοντοστέκεται δίπλα σου. Να πάρει μια ανάσα. Σε ένα ξέφωτο, σε ένα παγκάκι, στρωματσάδα, σε μια άπειρη του διάσταση καταλαβαίνεις ότι το ταξίδι δεν τελείωσε. Το ταξίδι δεν άρχισε. «Σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν» θα πει ο Γιώργος Σεφέρης και θα συμπληρώσει «κείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τα αστέρια». Κάπου εκεί φαντάζομαι θα βρίσκεται και η Ιθάκη του Αλεξανδρινού μας Κ.Π Καβάφη… Κάπου θα μας συναντήσει ο σκοπός της επιστροφής ή και το ίδιο το ταξίδι. Άλλωστε ο καθένας κάνει το δικό του βιωμένο ταξίδι οπως το αισθάνεται. Όπως του επιτρέπεται. Και όπως θέλει το βάφει. Το χρώμα και η κάθε πινελιά αναγεννά την στιγμή. Σαν φτερούγισμα. Σαν άπειρο. Όσο φτωχικό και να ’ναι παραμένει πλούσιο και χορταίνει καταλυτικά. Τύχη, ταλέντο και τόλμη θέλουν όλα αυτά κατά τον Οδυσσέα Ελύτη μας. Και μεις το εισιτήριο της φαντασίας και του ονείρου, όχι σαν προσφορά και ζήτηση, το εξαργυρώνουμε σε εκείνη της στιγμή του ταξιδιού που το χώμα, ο αέρας, η λαλιά χορεύει και μας ενώνει με τους χρόνους… Τους χθεσινούς, τους αυριανούς. Σαν εμπειρία πολύτιμη στο σακίδιο στην πλάτη μας τους κουβαλάμε. Ακόμη και στα ρούχα τους [τα πλυμένα ,τα ξηλωμενα] η μυρουδιά τους κάτι κουβαλάει. Μέσα στην ντουλάπα τακτοποιημένα σε ντύνουν στο μετά τους. Ερωτευμένα πουλιά και ψάρια, κολυμπάνε και περπατάνε στον ουρανό μας. Κάπως έτσι λέει μια άλλη στροφή τραγουδιού του Μιχάλη Γκανά σε μελωδία του Μίνωα Μάτσα… Και όλα γυρνάνε. Από το αθόρυβο τους πιάνεσαι.

Τα φερειπείν και οι εκπομπές του ταξιδιού έχουν το δικό τους ρυθμό,συχνότητα και μέτρο φαντασίας. Σε ποιο χρόνο θα σε βρει η κορυφαία τους στιγμή (αγάπης και ανάγκης παρεπιπτόντως), μέσα στις πολλές αφιξοαναχωρήσεις, εκεί ακριβώς βρίσκεις και τα λόγια και τον ιδρώτα σου. Σαν δεδομένο και ουτοπία.

Στο δε γραμματοκιβώτιο των γραπτών και εικονομηνυμάτων, ένα άρωμα τους δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε ξεχάστηκε. Αποθηκεύτηκε. Έμεινε. Φιλότιμα και υπομονετικά. Δεν σκονίστηκε από το σκόρο του χρόνου. Όταν φιλτράρονται οι στιγμές και κωπηλατούν στα ανοιχτά σε περιμένουν στην δεύτερη τους βόλτα. Να βγεις, να τα πεις πρόσωπο με πρόσωπο. Από το τέλος ξεκινάς μέχρι την αρχή. Και στα ξέφωτα και στα αλμυρά και στα γλυκά. Τα βάζεις και δίπλα δίπλα δηλαδή και τότε ο χρόνος είναι με το μέρος σου. Γίνεται παρέα μικρή και μεγάλη. Πάντοτε θα ισχύουν και όροι και προϋποθέσεις. Στα αυθόρμητα τους ενδεχομένως, όχι.


Χρήστος Νιάρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *