ceb7 ceb3cf85cebdceb1ceafcebaceb1 cf80cebfcf85 cf83cebacebfcf84cf8ecebdceb5ceb9 cebaceb1ceb9 ceaccebbcebbceb5cf82 ceb1ceb9cebcceb1cf84

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

Η σημερινή συνεργασία αρχικά εντασσόταν σε μια ευρύτερη μελέτη, που είχε ως θέμα την αντιμετώπιση της γυναίκας στο ρεμπέτικο τραγούδι. Επειδή όμως η μελέτη εκείνη ήταν πολύ μεγάλη και η ενότητα που θα δούμε σήμερα είναι αυτοτελής, έκρινα προτιμότερο να μετατραπεί σε αυτόνομο άρθρο, ως πρόγευση, και την ευρύτερη μελέτη να τη δούμε σε επόμενη ευκαιρία.

Όσο για τον τίτλο, ας πούμε ότι ήταν τόσο σπάνιες οι ανθρωποκτονίες με δράστρια κάποια γυναίκα, που εύλογο ήταν να προκαλούν το μεγάλο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης -και των ρεμπέτηδων που εδώ λειτουργούσαν χρονογραφικά.

Δεν λέω περισσότερα, δίνω τον λόγο στον Κόρτο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ

και άλλες αιματοβαμμένες ιστορίες

Η αφορμή για την σύνταξη του ακόλουθου άρθρου δόθηκε μέσα από διαδικτυακή συζήτηση στο παρόν ιστολόγιο στις 9/4/ 2021, κατόπιν προτροπής του φίλου Γιάννη Ιατρού, τον οποίον ευχαριστώ ιδιαιτέρως, όπως επίσης και τους άλλους φίλους σχολιαστές οι οποίοι εξεδήλωσαν ενδιαφέρον για την σύνταξη ενός κειμένου τέτοιας θεματολογίας. Επίσης απευθύνω ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος βοήθησε στην διερεύνηση της υπόθεσης του εγκλήματος στην Καισαριανή και επίσης παρείχε σημαντικά στοιχεία για την δολοφονία του Καλαματιανού. Και βέβαια ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Σαραντάκο, τόσο για την παρότρυνσή του να γράψω το κείμενο, όσο και για την ευγενική του προσφορά να φιλοξενήσει την δημοσίευση!

Εισαγωγή: απεικονίσεις του φόνου στα τραγούδια λαϊκής απηχήσεως

Ο φόνος, το έγκλημα και ο δραματικός θάνατος αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της λαογραφίας μας ήδη από την εποχή του δημοτικού τραγουδιού. Κατ’ αναλογία στο αστικό λαϊκό τραγούδι, το λεγόμενο ρεμπέτικο, εμφανίζονται αναφορές σε αόριστα ή συγκεκριμένα εγκλήματα και σκοτωμούς. Τα πραγματικά περιστατικά φόνων που καταγράφονται στα ρεμπέτικα άλλοτε έχουν σχέση με τον υπόκοσμο και τον χώρο της μαγκιάς, όπως οι περιπτώσεις του Σακαφλιά (ή Σαρκαφλιά) και του Πίκινου, και άλλοτε αφορούν πρόσωπα των οποίων η δολοφονία προκάλεσε την λαϊκή συγκίνηση (π.χ. Γυφτοδημόπουλος). Τα ληστρικά τραγούδια όπου περιγράφεται το τραγικό τέλος γνωστών ληστάρχων ή κλαριτών της εποχής του Μεσοπολέμου (Γιαγκούλας, Γκαντάρας, Μπαμπάνης, Γιαγιάδες κλπ) αποτελούν μία αυτόνομη κατηγορία. Ωστόσο δημοτικοφανούς ύφους θρηνητικά άσματα για αδικοσκοτωμένους έγραψαν και συντελεστές του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως τα δύο τραγούδια για τον Σωτήρχαινα (1934, ένα του Καρίπη με τον Παπασιδέρη και ένα του Κώστα Φαλτάιτς με τον Γιώργο Μεϊντανά). Βεβαίως πραγματικά εγκλήματα ή τραγικά περιστατικά καταγράφονται και σε δυτικότροπα ή ελαφρά αστικά τραγούδια του Μεσοπολέμου, τα οποία αγαπήθηκαν εξίσου από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από την όλη διερεύνηση των ασμάτων αυτών, όπως και του συνδεόμενου λαογραφικού και δημοσιογραφικού υλικού, ειδικό ενδιαφέρον εμφανίζουν τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν γυναίκες -δικαίως ή αδίκως- άλλοτε ως φυσικοί και άλλοτε ως ηθικοί αυτουργοί. Επιπλέον αξιοπρόσεχτα είναι ορισμένα περιστατικά εγκλημάτων τα οποία έλαβαν χώρα στο περιβάλλον του ρεμπέτικου, αλλά παραδόξως δεν καταγράφηκαν σε τραγούδια. Σε κάθε περίπτωση η μελέτη των εγκλημάτων αυτών αποκαλύπτει πολλές πτυχές της διαμόρφωσης της νεώτερης λαογραφίας μας.

α) Ο τραγικός θάνατος του Ιωάννου Καλομοίρη

Στις 11 Ιουλίου 1923 συμβαίνει ένα τραγικό γεγονός το οποίο θα συγκλονίσει την Ελλάδα1. Μέσα στο διαμέρισμα της όμορφης 30χρονης Μαργαρίτας Ουαλλόν, Βελγίδας Γαλλικής υπηκοότητος, σκοτώνεται με πιστόλι ο 17χρονος Γιάννης Καλομοίρης, γιος του μεγάλου μας εθνικού μουσουργού Μανώλη Καλομοίρη. Κατά την στιγμή του σκοτωμού μέσα στο διαμέρισμα βρίσκονται μόνο οι δυο τους, Γιάννης Καλομοίρης και Ουαλλόν. Μοναδικός μάρτυρας είναι ο 14χρονος Γιαννάκης Χορν (γιος του θεατρικού συγγραφέα Παντελή Χορν), φίλος του Γιάννη Καλομοίρη, ο οποίος όμως στεκόταν έξω από το διαμέρισμα κατά την διάρκεια των γεγονότων. Η Μαργαρίτα κατηγορείται ότι πυροβόλησε το θύμα για λόγους αντεκδίκησης εξαιτίας ερωτικής απόρριψης εκ μέρους του, ενώ η ίδια υποστηρίζει ότι ο νεαρός την διεκδίκησε ως ερωμένη, αυτήν τον απέρριψε και εφόσον αυτός την απείλησε ότι θα την σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει, ακολούθησε πάλη μεταξύ τους κατά την οποία το πιστόλι εκπυρσοκρότησε -συνεπώς πρόκειται για ατύχημα .

Η κοινή γνώμη διίσταται για το περιστατικό και η δίκη παίρνει διστάσεις τεράστιου ενδιαφέροντος για την κοινωνία, η οποία χωρίζεται σε στρατόπεδα «Καλομοιρικών» και «Ουαλλικών», υποστηρίζοντας την μία ή την άλλη εκδοχή. Στην δίκη διαξιφίζονται σπουδαία ονόματα της νομικής επιστήμης της εποχής. Η πολιτική αγωγή εκπροσωπείται εκτός των άλλων από τον σοσιαλιστή βουλευτή και ποιητή Άγι Θέρο (Σπύρο Θεοδωρόπουλο), ενώ ανάμεσα στην υπεράσπιση βρίσκεται ο ποινικολόγος Κώστας Τσουκαλάς, (πατέρας του μεταγενέστερου δημάρχου Αθηναίων Άγγελου Τσουκαλά). Η αρχική ιατροδικαστική έρευνα είναι ελλιπής και καταδεικνύει φόνο εκ προθέσεως, συντόμως όμως μία νέα, συμπληρωματική ιατροδικαστική έκθεση αλλάζει τα δεδομένα και τεκμηριώνει ότι ο νεαρός είχε πυροβοληθεί τυχαία, κατά την συμπλοκή του με την Ουαλλόν. Αλλά και ο εισαγγελεύς Τόμαν (καθολικός εκ Σύρου) εισηγήθηκε την απαλλαγή της κατηγορουμένης, με τρόπο εξαιρετικώς δυναμικό. Μεταφέρουμε το σχετικό απόσπασμα από το σχετικό δημοσίευμα του Σπύρου Λεωτσάκου: «Και τελικά ύστερα από εννέα ολοκλήρων ημερών διαδικασία και αφού ο Εισαγγελεύς, μακαρίτης Τόμαν, βροντοφώνησε μέσα στο δικαστήριο ότι η Μαργαρίτα ήταν αθώα και εζήτησε την πανηγυρική απαλλαγή της, υπεστήριξεν ότι και να τον είχε σκοτώσει πάλι δίκηο θα είχε, γιατί και η χειρότερη πόρνη έχει δικαίωμα να αξιώνη από την κοινωνία να μη την βρίζουν μπροστά στον κόσμο για να την κάνουν να υποκύψη». Μέσα σε αυτό το κλίμα οι ένορκοι διακηρύττουν ότι η κατηγορουμένη δεν σκότωσε το θύμα και η Μαργαρίτα Ουαλλόν αθωώνεται.

Για τον αδικοχαμένο γιο του Μανώλη Καλομοίρη γράφηκε ένα θρηνητικό τραγούδι. Πρόκειται για το ταγκό «η γυναίκα που σκοτώνει» (αγόρι μου έλα ξύπνα/ και γείρε στην αγκαλιά μου/ τα χάδια σου μη μ’ αρνιέσαι/ μα γιατί δεν μου μιλάς;) του Θέμη Νάλτσα. Το τραγούδι πρωτοηχογραφήθηκε το 1924 με την Μαρίκα Παπαγκίκα και είχε μεγάλη επιτυχία, όπως προκύπτει και από τον μεγάλο αριθμό ηχογραφήσεών του, μάλλον δέκα το σύνολο, κατά το διάστημα 1924 έως 1929. Στην εκτέλεση του τραγουδιού με την Παπαγκίκα δεν περιλαμβάνεται στίχος με αναφορά σε φονικό όπλο. Σε άλλες ηχογραφήσεις όπως αυτή με την Τασία Δημητριάδου (1928) ή με την Αλίκη Βίτσου-Επιτροπάκη και τον Κώστα Ιορδάνου (1929) γίνεται λόγος για στιλέτο: «αχ, κοιμάσαι πιο ’κει/ που σε σκοτώσαμ’ όλοι/ με αυτό το στιλέτο τότε, όταν μου είπες θα ’ρθεις και να μη σε ξαναϊδώ».

Το τραγούδι αυτό δεν ανήκει στο ρεμπέτικο ρεπερτόριο. Ωστόσο η τεράστια απήχησή του μαρτυράει τον συναισθηματικό φόρτο που γέννησε στην κοινωνία η ιστορία μίας μοιραίας γυναίκας, για τον έρωτα της οποίας χύθηκε άδικο αίμα. Υπό αυτήν την έννοια το εν λόγω άσμα διασταυρώνεται με την αστική μας λαογραφία ως αρχετυπική απεικόνιση του καταστροφικού ερωτικού πάθους -ένα μοτίβο που απαντάται συνεχώς στα ρεμπέτικα τραγούδια και εκπροσωπείται εντόνως από την μορφή της μάγκισσας.

β) Δάκρυα για την Φούλα, πόθοι για την Κούλα

Οι δύο διάσημες περιπτώσεις εγκλημάτων με συμμετοχή γυναικών κατά τον Μεσοπόλεμο, ο φόνος του Αθανασόπουλου (το έγκλημα στου Χαροκόπου) αφενός, η δράση της Κούλας Χριστοφιλέα αφετέρου, αποτυπώθηκαν στην λαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής μάλλον με πνεύμα επιείκειας, συμπάθειας ή ακόμα και θαυμασμού για τις θύτριες.

Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, αυτήν του εγκλήματος στου Χαροκόπου, ο Ιάκωβος Μοντανάρης συνθέτει και ηχογραφεί την «Κακούργα πεθερά» (το 1931, σε πέντε διαφορετικές εκδοχές, με τον Νούρο, τον Νταλγκά, την Εσκενάζυ, την Μαρίκα Πολίτισσα και τον Ζαχαρία Κασιμάτη), όπου η όμορφη Φούλα ναι μεν αποκαλείται «δαιμονισμένη», αλλά συγχρόνως γίνεται σαφές ότι βιώνει μία τραγωδία: «Μάνα γλυκιά μανούλα μου, πάψε τα δάκρυά σου/ και πάρε τα παιδάκια μου μέσα στην αγκαλιά σου/ αυτά θα έχεις για παιδιά, μένα λησμόνησε με/ κάνε σταυρό στην Παναγιά, μάνα συγχώρεσε με» (στην εκδοχή με την Ρόζα Εσκενάζυ). Αντιθέτως η Κάστρου κατηγορείται ότι «πήρε στο λαιμό της» τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Ο Μοντανάρης γράφει και δεύτερο τραγούδι για το ίδιο θέμα, ένα ταγκό με τίτλο «Μετάνοια αμαρτωλής» (1932, σε ερμηνεία Κ. Κοντόπουλου) στο οποίο η Φούλα απολογείται για το σφάλμα της, λέγοντας ότι μέσα στον γάμο της ήταν αποδιωγμένη και ζητά συγχώρεση («φταίει η μάνα που μ’ εγέννα και συγχώρηση ζητώ»). Το δραματικού ύφους επιθεωρησιακό σκετς με τίτλο «Πεθερά και Φούλα στη φυλακή» του Τέτου Δημητριάδη (1932) αποσκοπεί στην πρόκληση συμπαράστασης και συμπόνιας για τις δύο καταδικασμένες, διότι έχουν αδικηθεί και μάλιστα, εάν η Φούλα καταδικαστεί σε θάνατο, θα αφήσει πίσω ορφανά. Ωστόσο στην πρόζα της συγκεκριμένης ηχογράφησης, ο δεσμοφύλακας εκφράζει την στερεότυπη προκατάληψη των παντρεμένων ανδρών για τις πεθερές: «Καλύτερα να με βάλουνε μέσα σε ένα κλουβί με δέκα λεοντάρια , παρά σε ένα κελί που ’ναι μια πεθερά». Γενικότερα η Κάστρου αντιπροσωπεύοντας την καταπιεστική πεθερά θα δεχτεί την σάτιρα της επιθεώρησης και σε άλλες περιπτώσεις: «η κοκότα θέλει σφόλι και ο φίλος πορτοφόλι/ ο τεμπέλης χουζουρλούκι/ και η Κάστρου ένα παλούκι» (ο Κουτσομπόλης, του Πέτρου Κυριακού και της Μαίρης Φερλάτσου, 1932). Τέλος το τρίτο κυριότερο πρόσωπο από τους εμπλεκομένους στο έγκλημα, ο φυσικός αυτουργός Μοσκιός, θα αντιμετωπιστεί από την λαϊκή μούσα με διττό τρόπο: Ο Μίνως Μάτσας στο τραγούδι «Το παράπονο του Μοσκιού» (1931, με τον Γιώργο Βιδάλη) συμπονεί τον καταδικασμένο αποδίδοντάς του τα δραματικά λόγια: «Ένα είναι το λάθος μου, ένα τ’ αμάρτημά μου/ την Φούλα που αγάπησα τρελά μες την καρδιά μου». Το έγκλημά του δικαιολογείται από τον φλογερό έρωτα, ενώ η Κάστρου εξακολουθεί να αποκαλείται «κακούργα». Συγχρόνως όμως ο Μάτσας ως στιχουργός δεν χάνει την ευκαιρία να ειρωνευτεί τον Μοσκιό, στο σατιρικό τραγούδι «Μπαμπά θέλω γυναίκα» (1931, σε μουσική του Ν. Σταθερού, με τον Γ. Βιδάλη): «Θεέ μου να μην είναι φόνισσα/ να μην έχει μάνα δολοφόνισσα/ κι αν τύχει και ’χει ξαδερφάκι/ να μην του μοιάζει του Μοσκιού».

Για την δεύτερη περίπτωση, αυτή της Κούλας Χριστοφιλέα, της ροκαμβολικής γκάνγκστερ της Αθήνας, γράφηκαν οπωσδήποτε δύο ρεμπέτικα τραγούδια, μάγκικου περιεχομένου, αλλά πιθανόν να πρέπει να περιληφθεί και ένα τρίτο ως σχετικό. Ξεκάθαρη είναι η αναφορά στην Χριστοφιλέα στο τραγούδι του Κώστα Μισαηλίδη «η Κούλα» (δύο ηχογραφήσεις, μία το 1929 με τον Νταλγκά και μία το 1930 με τον Γ. Βιδάλη), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται και το θύμα της εγκληματικής πράξης: «Τι ήθελα και σε γνώρισα και μ’ έφαγε η μαρμάγκα/ θα με σκοτώσεις άδικα σαν τον σωφέρ τον Τσάγκα». Η Κούλα παρουσιάζεται ως πόλος μεγάλης ερωτικής έλξης και με χαρακτηριστικές μάγκικες ιδιότητες: χασικλού, απαιτητική στον έρωτα, βίαιη. Στο τραγούδι του Καρίπη «η Κούλα» (1933 σε δύο εκδοχές, μία με την Ρίτα Αμπατζή και μία με την Ρόζα Εσκενάζυ), οι αναφορές στο έγκλημα εκλείπουν, αλλά η έμπνευση ξεκινάει σαφώς από την Χριστοφιλέα. Πρόκειται για ακόμη ένα μάγκικο τραγούδι με θεματολογία ερωτικής διεκδίκησης εκ μέρους του άνδρα προς μία Κούλα που τον απορρίπτει, η οποία όμως χαρακτηρίζεται ως «μοβόρα». Εντυπωσιάζει ο κάθετος τρόπος με τον οποίο η μάγκισσα βάζει τα πράγματα στην θέση τους: «Ολοενά με παρατούσες, με τις γκόμενες γυρνούσες/ άντε στρίψε ρε, στη ζούλα, γιατί εμέ με λένε Κούλα!» (στην εκδοχή της Ρίτας Αμπατζή). Το τραγούδι διασκευάστηκε τουλάχιστον δύο φορές (μία από τον Γιώργο Κατσαρό το 1936 με τίτλο «Μ’ έναν καφετζή μπλεγμένη» και μία το 1954 με τίτλο «χθες σε είδα μεθυσμένο» με την Ρόζα), αλλά χωρίς αναφορές στην Κούλα. Τρίτο τραγούδι που πρέπει ίσως και αυτό να θεωρηθεί εμπνευσμένο από τον χαρακτήρα της Κούλας Χριστοφιλέα είναι το «Μια μπαμπεσιά θελήσαν» σε μουσική του Σπύρου Περιστέρη και στίχους του Κώστα Μακρή (1936, με τον Κώστα Ρούκουνα). Μολονότι δεν γίνεται ούτε εδώ αναφορά στα πραγματικά περιστατικά, η βαριά μάγκικη θεματολογία του τραγουδιού με μαχαίρια (η «βουβή») και νταηλίκια υποδεικνύει ότι με το όνομα Κούλα τυποποιείται πλέον η ζόρικη γυναίκα που βάζει τους μάγκες σε μπελάδες.

γ) Άνδρες του ρεμπέτικου τραγουδιού ως θύματα των γυναικών τους

Ενώ τα εγκλήματα της Φούλας και της Κούλας καταγράφηκαν στο ρεμπέτικο τραγούδι, παραδόξως δεν έγινε το αντίστοιχο για δύο περιπτώσεις θανάτων ανδρών του άμεσου χώρου του ρεμπέτικου οι οποίοι έχασαν την ζωή τους μέσα από καταστάσεις στις οποίες ενεπλάκησαν οι γυναίκες τους.

Η πρώτη περίπτωση, η γνωστότερη, αφορά τον θάνατο του ταλαντούχου οργανοπαίχτη και μεγάλου τραγουδιστή Γιώργου Κάβουρα (1907-1943). Μολονότι οι λεπτομέρειες της ιστορίας είχαν αποσιωπηθεί για χρόνια, και ακόμα ίσως παραμένουν θολά σημεία, τα γεγονότα όπως τα μεταφέρει η εγγονή του Κάβουρα Ντίνα Ισαακίδη2 συνοψίζονται στα εξής: ο γάμος του Γιώργου Κάβουρα με την Ειρήνη Δάντου ή Κωνσταντάρα ξεκίνησε από κεραυνοβόλο έρωτα και μάλιστα στην πορεία το ζεύγος απέκτησε και παιδιά. Δυστυχώς στην συνέχεια ο γάμος τους κατέληξε σε μία σειρά επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων. Ο Κάβουρας φαίνεται ότι διατηρεί εξωσυζυγική σχέση και έρχεται σε διάσταση με την γυναίκα του. Το 1943, στην Κατοχή η Ειρήνη για να τον εκδικηθεί συνάπτει ερωτική σχέση με έναν Ιταλό με τον οποίο συζεί, κρατώντας τον Γιώργο σε απόσταση από τα παιδιά του. Σε ένα τραγικό ξέσπασμα, ο τελευταίος, απαιτώντας να μπει στο πρώην σπίτι του και να δει τα παιδιά του, επιτίθεται στην Ειρήνη και την μαχαιρώνει στο χέρι, ενώ συνάμα παλεύει και με τον Ιταλό. Η Ειρήνη αμυνόμενη αντεπιτίθεται χτυπώντας τον στο κεφάλι με μία μποτίλια. Το αιμάτωμα θα αποβεί μοιραίο και ο μεγάλος τραγουδιστής θα πεθάνει έξι ημέρες αργότερα.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης μεταπολεμικά θα ηχογραφήσει τραγούδι θρηνητικό για τον Κάβουρα (μία ηχογράφηση μάλλον του 1960 με τον Μπιθικώτση και μία δεύτερη ζωντανή ηχογράφηση από το κέντρο του Βρανά το 1961 με ερμηνεία του ίδιου του συνθέτη). Ωστόσο ουδεμία λεπτομερής αναφορά γίνεται στα τραγικά γεγονότα ή σε σκοτωμό. Στην εκδοχή με τον Μάρκο Βαμβακάρη η τελευταία στροφή λέει: «Κι αν πέθανες με τα πολλά, εμείς δεν σε ξεχνούμε/ ακούμε τα τραγούδια σου και θα σε μελετούμε».

kalamat

Φωτογραφία του Βασίλη Καλαματιανού, από την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 1/ 9/ 1951. Από το προσωπικό αρχείο του Κ. Βλησίδη.

Το δεύτερο περιστατικό φόνου αφορά τον Βασίλη Καλαματιανό, ο οποίος μεταπολεμικά έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του αστικού λαϊκού τραγουδιού, καθώς ως ιδιοκτήτης του κέντρου «ο Καλαματιανός» στις Τζιτζιφιές συγκέντρωσε μία από τις μεγαλύτερες ορχήστρες λαϊκής μουσικής με εκπροσώπους τόσο της μεσοπολεμικής περιόδου, όσο και της αμέσως επόμενης φουρνιάς (Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Μάρκος Βαμβακάρης, Χατζηχρήστος, Κερομύτης, Μανήσαλης, Ποτοσίδης, Αργύρης Βαμβακάρης, Κασιμάτης, Ρούκουνας, Μασσέλος,, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Περιστέρη, ενώ ανά διαστήματα εμφανίστηκαν πιθανότατα και ο Ροβερτάκης, ο Μοσχονάς, ο Ευγενικός, ο Σαρίκας, ο Γενίτσαρης, η Μπέλλου, η Μαργαρώνη κ.α.). Το κέντρο λειτούργησε θριαμβευτικώς μάλλον κατά το διάστημα 1947 – 1951, μέχρις ότου ο Καλαματιανός δολοφονήθηκε. Όπως αποδεικνύεται από σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο της εποχής3 ο φόνος έγινε στις 30/ 9/ 1951 από τον αστυφύλακα Θεόδωρο Ρήγκα, ο οποίος ήταν σύγαμπρος του θύματος. Ο Καλαματιανός είχε προβεί σε αίτηση διαζυγίου από την σύζυγό του Ρεβέκκα, την οποία κατηγορούσε ότι τον απατούσε. Μάρτυρας στην υπόθεση διαζυγίου του Καλαματιανού ήταν ο Παύλος Καλοβασιλόπουλος, συγκάτοικος του Ρήγκα. Την ημέρα των γεγονότων, ο Καλοβασιλόπουλος είχε μεταβεί στην αστυνομία, όπου κατέθεσε ότι δεχόταν απειλές από τον Ρήγκα εξαιτίας της μαρτυρίας του υπέρ του Καλαματιανού στην αίτηση διαζυγίου του τελευταίου. Ο δε Ρήγκας εμφανισθείς και αυτός στον αστυνομικό σταθμό κατηγόρησε τον Καλοβασιλόπουλο ότι τον συκοφαντούσε και ότι πίσω από την όλη διένεξη βρισκόταν η γυναίκα του Καλοβασιλόπουλου, η οποία διέδιδε ότι η σύζυγος του Ρήγκα είχε ερωτικές σχέσεις με Ιταλούς στην Κατοχή. Τελικώς στον αστυνομικό σταθμό εμφανίστηκε και ο Καλαματιανός, ο οποίος προσπάθησε να κατευνάσει τους δύο διαπληκτιζομένους. Εφόσον επήλθε μία προσωρινή συμφιλίωση, οι τρεις άνδρες μαζί με την σύζυγο του Ρήγκα και τον γιο του Καλοβασιλόπουλου επέβησαν σε ταξί για να επιστρέψουν στην οικία τους. Ξεκίνησαν εκ νέου διαπληκτισμοί, αυτήν την φορά μεταξύ Ρήγκα και Καλαματιανού, διότι ο τελευταίος προσπαθούσε να πείσει το ζεύγος Ρήγκα ότι είχε δίκιο να υποβάλει αίτηση διαζυγίου κατά της Ρεβέκκας. Μάλιστα ζήτησε να αποβιβασθούν όλοι, προκειμένου να τους δείξει την κατοικία όπου είχε συλλάβει επ’ αυτοφώρω την Ρεβέκκα να τον απατά. Εκεί ο Ρήγκας τον πυροβόλησε θανάσιμα με τρεις σφαίρες τον Καλαματιανό, ενώ τραυμάτισε σοβαρά και τον Καλοβασιλόπουλο που προσπάθησε να αφοπλίσει τον αστυφύλακα.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος ήταν και κουμπάρος του Καλαματιανού, στην αυτοβιογραφία του (με επιμέλεια του Κώστα Χατζηδουλή) αρνείται να αφηγηθεί τα σχετικά: «Τον Καλαματιανό τον σκότωσε κάποιος τότε, είχαν προηγούμενα. Άστα, μη τα σκαλίζεις, δεν μας νοιάζει»4.. Κατά την θεώρηση του Μάρκου Βαμβακάρη, για το έγκλημα ενέχεται η σύζυγος του Καλαματιανού. Στην συνέντευξη που έδωσε ο Μάρκος στην Ελισάβετ και τον Γιάννη Κουνάδη (2/1971), η οποία μας παραδίδεται από το αρχείο του Παναγιώτη Κουνάδη5, καταγράφονται τα εξής ενδιαφέροντα:

Γ.Κ.: Στου «Καλαματιανού», ε; Αυτός τι έγινε τώρα; Έχει μαγαζιά;

Μ.Β.: Α, αυτός τον σκότωσε η γυναίκα του.

Γ.Κ.:Α, τον σκότωσε η γυναίκα του.

Ε.Κ.: Τον σκότωσε;

Μ.Β.: Τώρα… εκείνο τον καιρό. Παλιογυναίκα ήτανε. Κρίμα στον άνθρωπο, κρίμα στον άνθρωπο.

Ουδέν τραγούδι γράφηκε για τον φόνο, παρά την στενή γνωριμία που τόσοι δημιουργοί του ρεμπέτικου είχαν με τον άτυχο Καλαματιανό. Θα μπορούσε να εικασθεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση οι λαϊκοί δημιουργοί θέλησαν να ρίξουν ένα πέπλο αποσιωπήσεως σε κάποια προσωπικά δράματα.

δ) Το έγκλημα στην Καισαριανή

Άγνωστον γιατί, αλλά μία συγκλονιστική υπόθεση εγκλήματος η οποία έλαβε χώρα στις παρυφές της ιστορίας του ρεμπέτικου, παρέμεινε εκτός της σχετικής βιβλιογραφίας, τουλάχιστον όσον έχει υποπέσει στην μέχρι τώρα αντίληψή μας. Πρόκειται για το δράμα της Καισαριανής, το οποίο καταγράφηκε στον Τύπο της εποχής επί αρκετές ημέρες. Η υπόθεση αφορά δολοφονία θαμώνα καφωδείου από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος και κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτελεί την αντίθετη περίπτωση από την γνωστή ιστορία του Πίκινου. Η σχετική είδηση ανακαλύφθηκε στο φύλο της εφημερίδας «Η ΒΡΑΔΥΝΗ» (1/10/1931) με τίτλο: «Μία οικογενειακή τραγωδία – το δράμα της Καισαριανής». Λόγω του ενδιαφέροντος του ευρήματος, απεστάλη ερώτημα δια αλληλογραφίας στον εμβριθή μελετητή της ιστορίας του ρεμπέτικου τραγουδιού Κώστα Βλησίδη, ο οποίος μετά προθυμίας επεξέτεινε την σχετική διερεύνηση και μας προσέφερε επιπλέον σπουδαία ευρήματα από την εφημερίδα «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ» (2/10/1931).

Με συνδυασμό των δύο δημοσιευμάτων, τα γεγονότα μπορούν να συνοψισθούν στα κάτωθι:

Στις 14 ή στις 15 Αυγούστου του 1931 ο φρεατωρύχος Ηλίας Κωνσταντάρας μετέβη «διατελών εν ευθυμία» μαζί με έναν φίλο του στην μπύρα του Ν. Στραβαρίδη. Αμφότεροι είχαν μικρασιάτικη καταγωγή και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Στο ζυθοπωλείο του Στραβαρίδη στην Καισαριανή6 υπήρχε ορχήστρα με σαντούρι, βιολί και ούτι το οποίο έπαιζε ο Τομπούλης, ενώ τραγουδούσε η Ρόζα Εσκενάζυ («Ρόζα Εσκενιός» κατά το δημοσίευμα). Η μουσική κανονικά σταματούσε στις 2.00 μετά τα μεσάνυχτα, σύμφωνα και με τις αστυνομικές διατάξεις, αλλά ειδικά λόγω της εορτής του Δεκαπενταύγουστου θα κρατούσε μέχρι τις 3.00. Αν και είναι ασαφές ποια ώρα τελικά σταμάτησε η ορχήστρα να παίζει, ο Κωνσταντάρας ο οποίος ήθελε να ακούσει και άλλο την Ρόζα να τραγουδάει, παραπονέθηκε έντονα στον καταστηματάρχη για το απότομο τερματισμό του γλεντιού, δεδομένου ότι είχε προπληρώσει την ορχήστρα για να παίξει μουσική έως τις 3.00. Ο Στραβαρίδης επεδίωξε να απομακρύνει τον Κωνσταντάρα, ο οποίος εξεμάνη και έσπασε ποτήρια και λοιπά σκεύη. Ακολούθησε διαπληκτισμός και ανταλλαγή ύβρεων, μέχρις ότου το επεισόδιο τελείωσε με την παρέμβαση ενός αστυφύλακα. Ο Κωνσταντάρας υποχρεώθηκε να πληρώσει τις ζημιές, αλλά έκτοτε οι φιλικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος διεκόπησαν. Ωστόσο ο Στραβαρίδης, ο οποίος εθεωρείτο νταής και πιθανός τραμπούκος της Λέσχης των Φιλελευθέρων, συνέχισε να τρέφει εκδικητικά αισθήματα για την προσβολή που θεώρησε ότι δέχθηκε μέσα στο μαγαζί του. Εν τέλει στις 30 Σεπτεμβρίου, σε μία συνάντηση των δύο τους στην Καισαριανή, ο Στραβαρίδης επιτέθηκε φραστικώς στον Κωνσταντάρα και συνεπλάκη μαζί του. Παρά τις διαβεβαιώσεις του δευτέρου ότι το επεισόδιο του Δεκαπενταύγουστου θα έπρεπε να θεωρηθεί λήξαν, ο Στραβαρίδης τράβηξε περίστροφο και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντάρα.

Φαίνεται ότι οι κακές γλώσσες διέδωσαν αυτομάτως φήμες ότι η Ρόζα είχε υπάρξει η πέτρα του σκανδάλου μεταξύ των δύο πρώην φίλων, αλλά τα δημοσιεύματα απορρίπτουν καθέτως αυτήν την εκδοχή. Το σπουδαιότερο είναι ότι ρεπόρτερ της «Ελληνικής» κατάφερε και απέσπασε δυο λόγια εν είδει συνεντεύξεως από την ίδια την μεγάλη τραγουδίστρια -η οποία τότε βέβαια δεν είχε αποκτήσει την μεταγενέστερη φήμη της. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

«Εξ ετέρου συντάκτης μας κατώρθωσε μετά επιμόνους αναζητήσεις να συναντήση την Ρόζαν. Είνε μία ωραιοτάτη νέα, ηλικίας 24 ετών. Εις σχετικάς ερωτήσεις του συντάκτου μας απήντησεν ως εξής·

– Άλλο από ότι είδα το Στραβαρίδη να τσακώνεται της Παναγίας με τον Κωνσταντάρα δεν ξέρω. Εκείνα δε που λένε ότι με κυνηγούσαν ο Κωνσταντάρας και ο Στραβαρίδης είνε ιστορίες.»

Πιθανόν δεν θα μαθευτεί ποτέ αν τυχόν υπεκρύπτετο κάποια ερωτική αντιζηλία στην διένεξη των δύο πρώην φίλων και αν η Ρόζα είχε κάποια ανάμιξη. Ωστόσο η ιστορία του φονικού της Καισαριανής υποδεικνύει ότι ήδη στον Μεσοπόλεμο μία μερίδα της κοινής γνώμης έτεινε να αποδίδει ελευθεριάζουσες ή σκανδαλώδεις συμπεριφορές στις λαϊκές τραγουδίστριες, καλλιεργώντας μία ανάλογη προκατάληψη.

Επίλογος

Από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις προκύπτει ότι το αστικό λαϊκό τραγούδι και το σύγχρονό του δυτικότροπο τραγούδι λαϊκής διαδόσεως ήταν μάλλον φειδωλά σε διατυπώσεις καταδικαστικές για τους ενόχους εγκλημάτων, έστω και αν η κοινή γνώμη ήταν αυστηρή. Ειδικότερα για τις γυναίκες που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα, σε γενικές γραμμές οι στιχουργικές εκφράσεις διακρίνονται από επιείκεια και συγκίνηση, προκρίνοντας την ανθρώπινη τραγωδία και φτάνοντας μέχρι και στον ερωτικό θαυμασμό. Για όσες πάλι γυναίκες απλώς κυκλοφόρησαν φήμες ότι μπορεί να προξένησαν δραματικά γεγονότα με όποιον τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, χωρίς όμως σε αυτές να απαγγελθούν επίσημες κατηγορίες από τις Αρχές, φαίνεται ότι ένα αίσθημα διακριτικότητας ή ένας άγραφος κώδικας τιμής επέβαλε στους δημιουργούς έναν αυτοπεριορισμό, ώστε να μην σπιλωθούν υπολήψεις ή για να μην εκτεθεί το οικογενειακό περιβάλλον των εμπλεκομένων. Η υπόθεση αυτή ίσως αποτελεί ακόμα μία ένδειξη της βαθιάς ανθρωπιάς που χαρακτηρίζει τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1             Λεωτσάκος Σπύρος, 15/12/1963, Ο φόνος του Γιαννάκη Καλομοίρη και το μοιραίο ιατροδικαστικό λάθος, αστυνομικά χρονικά, τεύχος 254, σελ. 1108

2             Μαρτυρία της Ντίνας Ισαακίδη στην ιστοσελίδα facebook Γιώργος Κάβουρας και στην ραδιοφωνική εκπομπή της Έλενας Φαληρέα, «Λαϊκοί Δρόμοι» Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

3             Εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ (1/ 9/ 1951) και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1/ 9/ 1951). Τα ευρήματα αυτά προέρχονται από το προσωπικό αρχείου του Κώστα Βλησίδη.

4             Χατζηδουλής Κώστας, 1996, σελ.106

5             Αρχείο Κουνάδη, Συνέντευξη Μάρκου Βαμβακάρη, Β΄ μέρος,

6             Για το καφωδείο του Στραβαρίδη, βλ. Βλησίδης Κώστας, 2006, σελ.31-35

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

  • ΕΡΤ WEB RADIO εκπομπή της Έλενας Φαληρέα, «Λαϊκοί Δρόμοι» Κυριακή 10 Μαρτίου 2019, η Ντίνα Ισαακίδη στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (Β’ Μέρος)
  • Εικονικό Μουσείο Αρχείου Κουνάδη
  • Βλησίδης Κώστας, 2006, Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (α’ έκδοση), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα
  • Χατζηδουλής Κώστας, 1996, (α’ έκδοση 1982), Γιάννης Παπαϊωάννου, ντόμπρα και σταράτα, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα
  • Ψηφιακή βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων, φύλλα εφημερίδας «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ»
  • Ψηφιακή βιβλιοθήκη για την Αστυνομική ανασκόπηση, τεύχη περιοδικής έκδοσης «Αστυνομικάχρονικά»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *