ethniki pinakothiki e1621479300284

Ανδρέας Γιακουμακάτος

Σε ετοιμότητα και προετοιμασμένη άνοιξε τις πύλες της στο κοινό η Εθνική Πινακοθήκη την Παρασκευή 14 Μαΐου 2021, όπως και όλα τα ελληνικά μουσεία σε αυτή τη φάση της πανδημίας. Το κοινό βέβαια δεν ήταν πολυπληθές, καθώς όπως φαίνεται άλλες είναι προς το παρόν οι προτεραιότητες της «απελευθέρωσης» και μεγάλη η επιθυμία για ταξίδια και παραμονή στον ανοιχτό χώρο. Ο επισκέπτης όμως ανταμείβεται καθώς βρίσκεται και πάλι, μετά από οκτώ χρόνια μελετών και εργασιών, σε επαφή με μια έκτακτη ελλαδογραφία, με την αφήγηση δύο αιώνων πολιτισμού μας στο πεδίο των εικαστικών τεχνών.

Το ζήτημα του σχεδιασμού ενός μουσείου, τόσο από την άποψη του αρχιτεκτονικού χαρακτήρα όσο και από εκείνη της οργάνωσης του εκθεσιακού χώρου, είναι σύνθετο και απαιτητικό. Πόσο μάλλον που στην περίπτωση της Εθνικής Πινακοθήκης έχουμε να κάνουμε με ένα ήδη υπάρχον κτίριο. Το οποίο σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Νίκο Μουτσόπουλο, Παύλο Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρο για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 1957 και μετά από περιπέτειες ολοκληρώθηκε το 1976, με τη συνεργασία του αρχιτέκτονα Δημήτρη Αντωνακάκη. Παρά το γεγονός ότι το κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης έχει υπερτιμηθεί, δεν στερείται αρχιτεκτονικού ήθους. Επιδιώκει τον συνδυασμό της δωρικής σχεδιαστικής λογικής του Mies van der Rohe με τον μεταπολεμικό μπρουταλισμό του Le Corbusier, σε μια ύστερη νεοελληνική εκδοχή. Τοποθετείται αντιστικτικά, από κάθε άποψη, ως προς το εξαιρετικό Χίλτον της Αθήνας και εντάσσεται στον κατάλογο σημαντικών μεταπολεμικών μουσείων στη χώρα μας, όπως τα αρχαιολογικά μουσεία της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων, ιδιαιτέρως σε ό, τι αφορά την αντίληψη της σχέσης του εξωτερικού φυσικού φωτός με τους εκθεσιακούς χώρους. Το γεγονός μάλιστα ότι οι αρχιτέκτονες της Πινακοθήκης είχαν ήδη τότε προβλέψει και σχεδιάσει τον τρίτο όροφο του «εκθεσιακού πύργου» σε αντιστικτική σχέση με τη χαμηλή μονάδα εισόδου και συλλογικών λειτουργιών, επιβεβαιώνει τον διεθνιστικό προσανατολισμό του μουσείου, με ιδεατό πρότυπο το κτίριο του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.

Οι επεκτάσεις ιστορικών κυρίως κτιρίων, οριζόντια ή καθ΄ ύψος, για την εξασφάλιση επιπλέον χώρων ή την ικανοποίηση λειτουργικών αναγκών είναι θεμιτές. Ωστόσο, κάθε περίπτωση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και απαιτεί στοχευμένους χειρισμούς. Η ιδέα της διάφανης, ενιαίας, ουδέτερης και γραμμικής «επιδερμίδας» κατά το πλήρες μήκος της κύριας όψης του κτιρίου της Πινακοθήκης για την εξυπηρέτηση της κατακόρυφης επικοινωνίας, είτε πεζή είτε με την τοποθέτηση των ανελκυστήρων, θα ήταν αποδεκτή και έχει ήδη υλοποιηθεί σε πολλές άλλες χώρες, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις παλαιότερων κτιρίων για τις οπτικές τέχνες ή τη μουσική όπου είναι μάλιστα ευχερέστερη η διαφοροποίηση της νέας επέμβασης ως προς το υπάρχον κέλυφος.

Η εικόνα που προκύπτει με την ολοκλήρωση της υλοποίησης του κτιρίου της Εθνικής Πινακοθήκης είναι το αποσπασματικό και πολυπρισματικό γυάλινο μέτωπο της καινούργιας κύριας όψης, με ετερόκλητα στοιχεία σύνθεσης και δίχως κάποιον επιδιωκόμενο ή κατανοητό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, παλιό ή νέο. Αντίστοιχο είναι το πρόβλημα στον «εσωτερικό» πλέον χώρο της όψης, στη μεγάλη διαφώτιστη ράμπα που εξασφαλίζει την πορεία των επισκεπτών από τον ένα όροφο στον άλλο. Πρόκειται για μια βαριά μεταλλική κατασκευή, περισσότερο μια «εργοταξιακή» δομή παρά μια σχεδιαστικά επιμελημένη χρήση τεχνολογικών στοιχείων που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην αρχιτεκτονική ποιότητα και εικόνα του έργου. Ο τρόπος υλοποίησης των δημόσιων έργων και οι σχετικές «εκπτώσεις» είναι πιθανώς εδώ μια σοβαρή παράμετρος.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο archetype.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *