ceb7 ceb1cebeceadcf87ceb1cf83cf84ceb7 cf87cf81cebfcebdceb9ceac cf84ceb7cf82 ceb1cebdceb1cf81cf87ceafceb1cf82 andre kubiczek cebcceb5cf84ceac

 Η αξέχαστη χρονιά της αναρχίας

André Kubiczek

μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός

εκδόσεις Κριτική

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

André Kubiczek: «Η αξέχαστη χρονιά της αναρχίας» (diastixo.gr)

 

 

%25CE%25B5%25CE%25BE%25CF%258E%25CF%2586%25CF%2585%25CE%25BB%25CE%25BB%25CE%25BF


Πόσα πρόσωπα μπορεί να έχει η ελευθερία; Κάτω από ποιο προσωπικό πρίσμα την αντιλαμβάνεται ο καθένας; Και, κυρίως, ποια άρνηση της ελευθερίας προτίθεται να αντιμετωπίσει και ίσως να υπερβεί; Αν, ωστόσο, υπάρχουν διαφορετικές μορφές της ελευθερίας, αναπτύσσονται δίπλα της και διαφορετικές μορφές της αναρχίας, όσο φυσικά ο όρος παραπέμπει ταυτόχρονα (και λόγω χρήσης λανθασμένης ή όχι) τόσο στη βίαιη ανατροπή όσο και στη φιλοσοφημένη άρνηση κάθε μορφής βίας που οδηγεί στην ποθούμενη αυτονομία του ατόμου σε μια κοινωνία  χωρίς εξουσιαστικούς μηχανισμούς.  Δύσκολο να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, όταν ο κόσμος γύρω σου αλλάζει, περνάει από μία κατάσταση σε άλλη, και ζητάει από εσένα να βρεις τον βηματισμό σου μέσα σε μια μεταβατική περίοδο, αδιαμόρφωτη ακόμη. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Αντρέ Κούμπιτσεκ θα τοποθετήσει την «αναρχία» του – μια ιστορία μέσα στην άλλη ιστορία, την ευρύτερη, που τότε στα 1990 προετοίμαζε τη διηρημένη Γερμανία για μια μεγάλη αλλαγή, την επανένωση μετά από 41 χρόνια των δύο Γερμανιών, στην ουσία τη διεύρυνση της Δυτικής Γερμανίας με την ενσωμάτωση της Ανατολικής, η οποία έπρεπε να ακολουθήσει το ως τότε «αντίπαλον δέος», την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην πολιτική, τις συμμαχίες και συμφωνίες, καταργώντας τη φυσιογνωμία της, την υπόστασή της ως ξεχωριστής (ιδεολογικά κυρίως) οντότητας.

Ο Κούμπιτσεκ, γεννημένος στο Πόντσνταμ το 1969, ξέρει από πρώτο χέρι τι ήταν το Τείχος που χώριζε την πατρίδα του από το άλλο της μισό, και έχει διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για τα όρια της ελευθερίας. Στην Αξέχαστη χρονιά της αναρχίας, θα δώσει μέσα από τους ήρωές του, αλλά και από τον απόηχο του περίγυρου, τη διαφορετική οπτική μέσα από την οποία δέχθηκαν οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας τη σημαδιακή αλλαγή για τη ζωή τους, την ανατροπή όλων όσα ως τότε έμοιαζαν δεδομένα και αμετακίνητα. Γιατί αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι μόνον οι πολιτικές συμφωνίες, αλλά ο τρόπος που ο λαός, αμέτοχος τις πλείστες των περιπτώσεων, προσλαμβάνει όσα γίνονται ερήμην του, πώς αντιδρά (αν αντιδρά), πότε νιώθει περισσότερο ελεύθερος και πότε προδίδεται στις ελπίδες του και τις προσδοκίες του.

Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στο εύρημα του Κούμπιτσεκ να τοποθετήσει τους δύο βασικούς του ήρωες, τους νεαρούς φοιτητές, Άντι και Ουλρίκε, σε ένα περιβάλλον, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, πολύ μακριά από τις εξελίξεις, μακριά από ένα Βερολίνο γεμάτο ανησυχία και ανασφάλεια για τα μελλούμενα. Οι δύο νεαροί θα αποφασίσουν, αφήνοντας πίσω τον αστικό ιστό και τις σπουδές τους, να μετακομίσουν στο Κάτω Λάουζιτς, σε ένα αγρόκτημα κληρονομημένο από τον παππού της Ουλρίκε, εκεί εν μέσω εγκαταλελειμμένων σπιτιών και χωραφιών, και να ζήσουν την προσωπική τους «αναρχία», σε πείσμα της τεχνολογίας και των αναμενόμενων αλλαγών που φημολογείται ότι θα φέρει ο «παράδεισος» της Δύσης. Την ίδια στιγμή, ο Αρντ, αδελφός της Ουλρίκε,  και οι φίλοι του ζουν στο Βερολίνο τη δική τους απελευθέρωση, νιώθοντας για πρώτη φορά ότι μπορούν να δώσουν το δικό τους στίγμα μέσα σε μια ζωή που ως τότε τους αρνιόταν. Αντίθετοι με την επαπειλούμενη εισβολή του δυτικού (καπιταλιστικού) τρόπου ζωής στη χώρα τους, θα αρνηθούν την παράδοξη «αναρχία» των δύο νεαρών και θα δρομολογήσουν μια πιο αυθεντική αντιπαράθεση με τις πιεστικές συμβάσεις που θα ορίσουν πλέον τη ζωή στην ενωμένη Γερμανία.

Andr%25C3%25A9%2BKubiczek


 

«Εννοώ όμως κάτι διαφορετικό από τους γονείς μας» είπε ο Αρντ κοιτώντας με βλέμμα αγριεμένο. «Δεν θέλω να έχουμε ξανά τα παλιά, όπως αυτοί, αλλά κάτι καινούργιο. Και αυτό που επίσης δεν θέλω είναι την ξοφλημένη παλιά δύση που μας πουλάνε όλοι οι ηλίθιοι για κάτι το ολοκαίνουριο». (σ. 44)

 

Ποιος από τους δύο «κόσμους» που επιλέγουν οι ήρωες του βιβλίου συνάδει περισσότερο με το αυθεντικό περιεχόμενο της ελευθερίας; Η διεκδίκηση μιας επιθυμητής ζωής είναι υπόθεση προσωπική ή κατ’ ανάγκη περνά μέσα από συλλογικά σχήματα, ακόμη κι αν αυτά (ή κυρίως αν αυτά) ανατρέπουν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων; Πόσο εύκολο είναι (και για πόσο χρόνο) να συγκροτήσεις μια βιώσιμη ζωή έξω από τα καθιερωμένα  σχήματα; Αλλά και πώς συμβιβάζεσαι με την επιλογή να είσαι εσύ που εγκαθιδρύεις στην ουσία έναν ακόμη εξουσιαστικό μηχανισμό, στηριγμένο στη βία κα την τρομοκρατία, τη στιγμή που αντιμάχεσαι αυτήν ακριβώς την καταδικαστέα μορφή κοινωνίας; Τα ερωτήματα πηγαίνουν εναλλάξ πότε στον Άντι και την Ουλρίκε από τη μια, πότε στον Αρντ και τους συντρόφους του από την άλλη.

Και στο ενδιάμεσο ο λαός που δεν επιλέγει ούτε τη μία ούτε την άλλη μορφή αντιμετώπισης της κοσμοϊστορικής αλλαγής, περιμένοντας ελπίζοντας ή ανησυχώντας.

 

Τώρα ήμασταν χορτάτοι και κουρασμένοι από τη μετακόμιση κι από τις συζητήσεις που είχαμε κάνει μέχρι τη στιγμή εκείνη. Για τις διακοπές του εξαμήνου, που δεν ξέραμε ακόμα αν θα εγκρίνονταν, για τα διαμερίσματά μας στο Βερολίνο και για το τι θα τα κάναμε, για τους γονείς μας, για τους οποίους ανησυχούσαμε, καθώς αντιμετώπιζαν το μέλλον σαν κουνέλια που απειλούνταν από φίδι. Και εννοείται ότι μιλήσαμε για την ευδαιμονία όσο περισσότερων ανθρώπων ήταν δυνατόν, δεν υπήρχε τόπος να αποφύγουμε αυτή την κουβέντα εφόσον ήταν παρών ο Αρντ, και φυσικά είχε δίκιο σε ό,τι έλεγε: Ήταν ύψιστο καθήκον να επικρατήσει αυτή η ευδαιμονία. (σ. 58).

 

Γράφοντας ο Κούμπιτσεκ την Αξέχαστη χρονιά της αναρχίας σε χρονική απόσταση από τα πραγματικά γεγονότα που αποτελούν το ιστορικό της πλαίσιο, έχει πλήρη την εικόνα γνωρίζοντας ακριβώς πού οδήγησε η ένωση αυτή, ποιες ελπίδες ευοδώθηκαν και ποιες διαψεύστηκαν. Έχει, επομένως, την άνεση να  «παίξει» με την ιστορία του, να την οδηγήσει στα όριά της. Με χιούμορ και κατανόηση για τον ενθουσιασμό των ηρώων του, όταν νομίζουν πως είναι τόσο εύπλαστη η ζωή ώστε να αλλάζει με μόνη τη επιθυμία τους, αλλά και για την καχυποψία που διακατέχει άλλα από τα πρόσωπα, ή την ψευδαίσθηση ότι μέσα στο παιχνίδι των ισχυρών μπορεί το επαναστατικό υποκείμενο να θέσει αυτό τα όρια της δράσης. Ο συγγραφέας στέκεται παρατηρητής πότε συγκατανεύοντας και πότε κουνώντας με νόημα το κεφάλι του μπροστά στην ανήσυχη γενιά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παίρνει (ή νομίζει ότι παίρνει) τα ηνία της ιστορίας στα χέρια της. Και με το μότο στην αρχή του βιβλίου μάλλον τα λέει όλα: No you wont fool the children of the revolution. No way. (T. Rex).

Αυτή η  αναρχία μένει αξέχαστη, όπως και ο τίτλος που επέλεξε ο Κούμπιτσεκ. Η μετάφραση σε σωστά ελληνικά είναι του Απόστολου Στραγαλινού.  Από τις εκδόσεις Κριτική, που μας δίνουν ακόμη ένα σημαντικό βιβλίο της γερμανικής λογοτεχνίας.

 

Διώνη Δημητριάδου 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *