ceb7 ceb1ceb9cf87cebcceae cf84cebfcf85 cebfceb2ceb5cebbceafcf83cebacebfcf85 ceae cebacebfcebbcf8ccebdceb5cf82 cebaceb1ceb9 cf86cebbceac

Την Παρασκευή 21 Μαΐου, με την παρουσία της Προέδρου της Δημοκρατίας, θα γίνουν στην Κέρκυρα τα αποκαλυπτήρια ενός ογκώδους οβελίσκου, στη μνήμη των Κερκυραίων που απέκρουσαν την οθωμανική επιδρομή το 1716.

Το μνημείο είναι προσφορά του Ιδρύματος Κερκυραϊκής Κληρονομιάς, που είναι το προσωπικό ίδρυμα του επιχειρηματία Σπύρου Φλαμπουριάρη, κατοίκου Λονδίνου, ο οποίος προβάλλεται ως «κόμης Φλαμπουριάρης» παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα της Ελλάδας δεν αναγνωρίζει τίτλους ευγενείας (αλλά και ότι, από το λίγο που το ερεύνησα, η αξίωσή του στον τίτλο έστω και κατά το εραλδικό δίκαιο μάλλον θολή φαίνεται).

Και τι πειράζει; θα πείτε. Η Κέρκυρα ήδη διαθέτει μνημειακόν οβελίσκο, «την κολόνα του Ντούγκλα» προς τιμήν ενός Βρετανού αρμοστή, γιατί να μην αποκτήσει άλλον έναν για τουριστικούς αν μη τι άλλο λόγους (γι’ αυτό άλλωστε και μία από τις τέσσερις γλώσσες που θα εμφανίζονται στον οβελίσκο θα είναι τα ρωσικά, παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι καμιά σχέση δεν έχουν με το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός).

Πειράζει, αφενός διότι το κράτος πολύ εύκολα συγκατατέθηκε στο καπρίτσιο ενός πλούσιου. Μάλιστα, στον ίδιο χώρο πριν από ένα-δυο χρόνια οι αρμόδιες υπηρεσίες εμπόδισαν την κατασκευή σιντριβανιού, επειδή «εμποδιζόταν η θέα προς το Νέο Φρούριο», ενώ τώρα επιτρέπουν ένα ογκώδες μνημείο ύψους 8 μέτρων! Πειράζει, επειδή το μνημείο είναι αισθητικά απαράδεκτο. Και επίσης πειράζει επειδή ο χορηγός, ο «κόντες» Φλαμπουριάρης, με ανιστόρητες δηλώσεις του, έχει προσδώσει στο γεγονός χαρακτήρα που σαφώς δεν έχει, παραποιώντας την ιστορία.

Όμως εγώ δεν θα πω περισσότερα. Θα αναδημοσιεύσω ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο που εμφανίστηκε σε κερκυραϊκά μέσα. Το υπογράφει ο Μ. Ματελότος, που ίσως να είναι και ψευδώνυμο. Δική του και η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο.

Η αιχμή του οβελίσκου

ή

Κολόνες και φλάμπουρα

obeliskk

Ο (αιγυπτιακός) «οβελίσκος του Θεοδοσίου» μπροστά στο Μπλε Τζαμί (Κωνσταντινούπολη).

Διαβάσαμε, με κάποια ταραχή, για τον οβελίσκο (με ύψος οκτώ μέτρα και βάρος 15 τόνους) που είναι να στηθεί στο λιμάνι της Κέρκυρας για να τιμηθούν, λέει, οι Κερκυραίοι, αλλά μπορεί και οι Επτανήσιοι και οι λοιποί Ευρωπαίοι, που αγωνίστηκαν εναντίον των Οθωμανών το 1716, και ο οποίος είναι ευγενής προσφορά του κ. Φλαμπουριάρη και του προσωπικού του ιδρύματος. Και η μεν αισθητική πλευρά του πράγματος είναι, ας πούμε, υποκειμενική υπόθεση, οβελίσκους και πυραμίδες και άλλα παρόμοια έχτιζαν από παλιά οι θνητοί για να κερδίσουν κάποιου είδους αθανασία κι ίσως να ’ρθε η στιγμή για ν’ αποχτήσουμε, μαζί με την ιστορική και γέρικη «κολόνα του Ντούγλα», και μια πρωτόφαντη «κολόνα του Φλαμπουριάρη». Στο κάτω-κάτω, σε μια εποχή που τσιμεντώνουν την Ακρόπολη, εμείς θα φάμε μόνο 15 τόνους όρθιο μάρμαρο.

Εκείνο όμως που μας ανησύχησε περισσότερο από το ίδιο το γεγονός είναι ο ιστορικοπολιτικός λόγος που επιστρατεύθηκε για να το δικαιώσει. Το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηρίζεται, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ο οβελίσκος (σκεπτικό που το διαβάζουμε σ’ ένα τηλεγράφημα του ΑΠΕ-ΜΠΕ, το οποίο αναπαράχθηκε σε πολλά ΜΜΕ, π.χ. εδώ), γέρνει τόσο πολύ, μας φαίνεται τόσο προβληματικό, που δεν θα ήταν άστοχο να το χαρακτηρίζαμε ανιστόρητο. Είναι θέμα προς συζήτηση το αν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε, στις αρχές του 18ου αιώνα, να αποτελεί σημαντική απειλή για τη Ευρώπη, σε κάθε περίπτωση όμως δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει κάποιος ιστορικός που να αποδίδει στην απόκρουση των Οθωμανών από την Κέρκυρα την κοσμοϊστορική σημασία που της αποδίδει ο κ. Φλαμπουριάρης: «[…] η νίκη των Χριστιανών κάτω από τα τείχη της Κέρκυρας, οριοθετεί το τέλος της Οθωμανικής προέλασης στην Ευρώπη, την ανάπτυξη του κινήματος του Διαφωτισμού και τη γέννηση της σύγχρονης αστικής Δημοκρατίας». Είναι μάλιστα εντελώς παραπλανητική η άποψη του ιδίου ότι «Κάθε άλλη έκβαση των μαχών θα μετέτρεπε την Ευρώπη σε Οθωμανική Αυτοκρατορία», αφού η όποια οθωμανική απειλή για την κεντρική Ευρώπη είχε ήδη αποσοβηθεί οριστικά, πριν από τη λύση της πολιορκίας της Κέρκυρας, με τη συντριπτική ήττα των Οθωμανών από τους Αυστριακούς, στη μάχη του Πετροβαραντίν (5 Αυγούστου 1716). Μάλιστα, η προσπάθεια των οθωμανών διοικητών να κρατήσουν μυστική από τα στρατεύματά τους την είδηση αυτής της πανωλεθρίας σχετίζεται με την αιφνίδια διακοπή της πολιορκίας και τη χαοτική και ασύντακτη αποχώρησή τους από το νησί.[1]

Ακόμα πιο εσφαλμένη είναι η άποψη του κ. Φλαμπουριάρη ότι «η νίκη των στρατευμάτων που αγωνίστηκαν τότε κατά των Οθωμανών, είχε ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να παραμείνει ανεξίθρησκη», εφόσον η τότε Ευρώπη, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν ήταν διόλου ανεξίθρησκη. Οι Θρησκευτικοί Πόλεμοι, μεταξύ Χριστιανών, μπορεί να είχαν πρόσφατα λήξει, όμως το αποτέλεσμά τους δεν ήταν βέβαια η ανεξιθρησκία αλλά το δικαίωμα του ηγεμόνα (του κράτους γενικότερα) να επιβάλλει τη δική του εκδοχή του Χριστιανισμού στους υπηκόους του. Οι διωγμοί και οι διακρίσεις κατά των Εβραίων είχαν ακόμα πολύ δρόμο μπροστά τους και δεν υπήρχε ίχνος ανεκτικότητας για άλλες θρησκείες, π.χ. για τον μουσουλμανισμό. Η ανεξιθρησκία στην Ευρώπη κατακτήθηκε πολύ αργότερα και μέσα από εντελώς διαφορετικές διεργασίες, που δεν σχετίζονται με την υπόθεσή μας. Αν το καλοσκεφτούμε, τότε ακόμα, το 1716, μάλλον περισσότερα ψήγματα ανεξιθρησκίας θα βρίσκαμε στους Οθωμανούς, όπως έμελλε να παρατηρήσει κι ο Βολτέρος λίγες δεκαετίες αργότερα, αφού στην επικράτειά τους υπήρχαν πολλές επίσημα αναγνωρισμένες χριστιανικές κοινότητες και λειτουργούσαν ελεύθερα πάμπολλες εκκλησίες. Αναχρονιστική είναι επίσης η αναφορά σε κάποιο υποτιθέμενο πρόπλασμα «Ενωμένης Ευρώπης»: οι σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών ήταν πολύ διαφορετικές (και συχνά βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους), τα ίδια τα ευρωπαϊκά κράτη ήταν πολύ διαφορετικά ως προς τη διάρθρωση, τη δομή και τη λειτουργία τους και, π.χ., τι να πούμε για τη Γαλλία, που όχι μόνο δεν πολέμησε κατά των Οθωμανών αλλά είχε, στο μεγαλύτερο διάστημα του 17ου και του 18ου αιώνα, θαυμάσιες σχέσεις μαζί τους; Αναχρονιστική μοιάζει κι η μέριμνα «για την περιφρούρηση των αρχών, αξιών και των ιδανικών της Δύσης» (που δηλώνει, σε σχόλιό του για το μνημείο, ο ιστορικός τέχνης κ. Ρογκάκος), η οποία μάλλον με σημερινές ευρωπαϊκές ανησυχίες σχετίζεται, τις οποίες, αν τις συνδυάσουμε με τον αναδρομικό τρόμο μπροστά σ’ έναν πρωτόγονα βαρβαρικό οθωμανικό κίνδυνο, ξυπνούν μάλλον την υποψία κάποιας ισλαμοφοβικής διαταραχής. Δυσκολευόμαστε τέλος να κατανοήσουμε την άποψη του κ. Φλαμπουριάρη, ότι ο φαλλικός οβελίσκος αποτελεί «σύμβολο της ελευθερίας», καθώς «αναφέρεται φιλοσοφικώς, και στον αγώνα του ανθρώπου κατά του μίσους που υποδουλώνει και υπέρ της χαράς που απελευθερώνει», ίσως επειδή μας λείπει η κατάλληλη εικονολογική ή φροϊδική παιδεία.

Εν κατακλείδι, πολύ φοβόμαστε ότι ένα τέτοιο ογκώδες μνημείο, με αυτό το ακόμα πιο ογκώδες και ελαφρώς υπερφίαλο σκεπτικό από πίσω του, μάλλον θυμηδία θα προκαλεί στους επισκέπτες, ιδίως αν κατά κακή τύχη διαθέτουν καλές ιστορικές γνώσεις. Και η ίδια η πόλη, το λιμάνι της οποίας θα βαραίνει τέτοιος μαρμαρένιος όγκος, θα μοιάζει με μια ανασφαλή για την ταυτότητά της πύλη σε μια φοβική και ταμπουρωμένη Ευρώπη – πολύ μακριά από μια ανοιχτή στον κόσμο πόλη που θα προτιμούσαμε ορισμένοι από εμάς, σε συμφωνία με κάποιες λιγότερο πολεμοχαρείς αλλά πάντως κερκυραϊκές, στο κάτω-κάτω, παραδόσεις. Επίσης, αντί για φαραωνικά μνημεία και απατηλές μεγαλοστομίες, θα προτιμούσαμε να τιμήσουμε τους προγόνους μας γι’ αυτό που όντως έκαναν: να τους τιμήσουμε, λέω, για την ταπεινή κι εντούτοις ηρωική τους απόφαση να πολεμήσουν, πλάι στους τότε κυβερνήτες τους και στα μισθοφορικά τους στρατεύματα, για να υπερασπίσουν την πόλη τους, τους ανθρώπους τους, τα σπίτια τους, από το πλιάτσικο ενός ισχυρού εχθρικού στρατού – αγνοώντας προφανώς τα θριαμβικά γεωπολιτικά οράματα του κ. Φλαμπουριάρη.

Δεχόμαστε όμως ως ειλικρινή τη διάθεση του κ. Φλαμπουριάρη να προσφέρει και, μιας και ο ίδιος νοιάζεται ιδιαίτερα για «τις αγγλοελληνικές σχέσεις» (είναι πράγματι, κατά δήλωσή του, ο πρώτος στόχος του ιδρύματός του, υπό την επωνυμία «Ίδρυμα Κερκυραϊκής Κληρονομιάς»), μια πολύ καλύτερη πρωτοβουλία, νομίζουμε, θα ήταν να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός μνημείου για τα θύματα της αγγλικής αποικιοκρατίας στα Ιόνια Νησιά. Πιστεύουμε πράγματι ότι ένα τέτοιο μνημείο, ιδίως αν συνδυαζόταν με μια, οσοδήποτε καθυστερημένη, βρετανική συγγνώμη, θα βελτίωνε σημαντικά, σε τοπικό επίπεδο και γενικότερα, τις ελληνοβρετανικές σχέσεις.

Μ. Ματελότος

[1] Για τα γεγονότα τα ίδια (πολύ μακριά από τις μυθολογικές και τουριστικές παραλλαγές που ακουστήκανε πολύ το 2016, στην επέτειο των 300 χρόνων), βλ. π.χ. Διονύσιος Χατζόπουλος, Ο τελευταίος βενετο-οθωμανικός πόλεμος (1714-1718), Εκδόσεις Παπαδήμα, 2002, σελ. 235-297, κυρίως σελ. 282-287.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *