ceb5cebcceb2cebfcebbceb9ceb1cf83cebcceadcebdcebfceb9 cebaceb1ceb9 ceb1cebdceb5cebcceb2cebfcebbceafceb1cf83cf84cebfceb9

Το δίπολο αυτό εμφανίζεται συνεχώς στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τις τελευταίες μέρες, αν και για ένα διάστημα οι καταστροφικές πυρκαγιές το είχαν εκτοπίσει από το προσκήνιο. Βλέπουμε, ας πούμε, τίτλους ειδήσεων όπως «Πώς θα ταξιδεύουν εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι» ή «Σε τι διαφέρουν εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι που νοσηλεύονται με Covid-19» ή ακόμα «Πώς ψωνίζουν εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι» -πρόκειται για έρευνα κάποιου οργανισμού που διέκρινε διαφορετική καταναλωτική συμπεριφορά ανάμεσα στις δυο ομάδες.

Αν ήταν Δεκέμβριος και διαλέγαμε υποψηφιότητες για τη Λέξη της χρονιάς, θα διάλεγα μάλλον το «ανεμβολίαστοι», επειδή το βλέπουμε συχνότερα μόνο του (π.χ. «από τους 319 διασωληνωμένους οι 291 είναι ανεμβολίαστοι») και επειδή η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να αναγάγει σε εσωτερικό εχθρό όλους τους συμπολίτες μας (χρησιμοποιώ τον όρο με τη νεότερη σημασία του) που δεν έχουν (μέχρι στιγμής) εμβολιαστεί.

Ανεμβολίαστος, ακριβώς, είναι αυτός που δεν έχει εμβολιαστεί. Για να κάνουμε μια παρέκβαση, στην ελληνική γλώσσα δεν έχουμε τρόπο να ξεχωρίζουμε, παρά μόνο συμβατικά και μέσα από τη χρήση, τις δυο σημασίες που μπορεί να έχουν τα ρηματικά επίθετα αυτού του τύπου. Άλυτος μπορεί να είναι τόσο αυτός που δεν έχει ακόμα λυθεί (unsolved στα αγγλικά) όσο και εκείνος που δεν είναι δυνατόν να λυθεί (unsolvable στα αγγλικά), ομοίως και ο αήττητος ή ο ανέκφραστος. Στην πράξη όμως, όταν λέμε «ανεμβολίαστος» εννοούμε αυτόν που δεν έχει εμβολιαστεί, όχι αυτόν που δεν είναι δυνατόν (για ιατρικούς λόγους, ας πούμε) να εμβολιαστεί. Υπάρχει και αυτή η κατηγορία, αν και είναι ολιγάριθμη.

Πόσοι είναι οι ανεμβολίαστοι; Πήγα στον ιστότοπο Our world in data, και κατασκεύασα ένα ιστόγραμμα με τα ποσοστά εμβολιασμένων κάθε χώρας, για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ (ελπίζω να μην ξέχασα κανένα) συν το Ηνωμένο Βασίλειο. Έβαλα και τους μέσους όρους της ΕΕ και του πλανήτη. Τα στοιχεία είναι προπροχτεσινά:

 

Bλέπουμε πως η χώρα μας βρίσκεται σαφώς χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και ότι, το χειρότερο, είναι πολύ περιορισμένη η δεξαμενή όσων έχουν κάνει μία μόνο δόση (και άρα είναι λογικό να περιμένουμε ότι θα κάνουν και τη δεύτερη). Οπότε, οι ανεμβολίαστοι αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, έστω κι αν νομοτελειακά, αυτό θα βαίνει μειούμενο.

Δεν είναι όλοι οι ανεμβολίαστοι «ψεκασμένοι» ή, για να θυμηθούμε έναν ακόμα όρο (έχουμε και ψηφοφορία για τη λέξη τη χρονιάς στο βάθος) «αρνητές των εμβολίων» ή «αντιεμβολιαστές». Υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν ακόμα εμβολιαστεί για διάφορους λόγους (μεταξύ άλλων, επειδή δεν μπορούν: το πρόγραμμα κατ’ οίκον εμβολιασμών ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση, σχετικά πρόσφατα). Υπάρχουν, πολύ περισσότεροι, όσοι έχουν ενδοιασμούς.

Δικαιολογούνται οι ενδοιασμοί; Είναι κι αυτό μια συζήτηση που μπορούμε να κάνουμε -και βέβαια, η κατάσταση διαφέρει ανάλογα με την ηλικία. Τα εμβόλια έχουν ένα (πολύ χαμηλό) ποσοστό παρενεργειών. Για κάποιον στην ηλικία μου, η σχέση οφέλους προς ρίσκο είναι συντριπτική, οπότε είναι ανόητο να μην εμβολιαστεί. Εγώ φυσικά εμβολιάστηκα και προτρέπω όλους τους ομηλίκους ή ακόμα και τους άνω των 40. Για τους εικοσάχρονους, η σχέση οφέλους προς ρίσκο μπορεί να μην είναι τόσο σαφής -και από αυτή την άποψη, δεν θα ψέξουμε τον Στέφανο Τσιτσιπά που δεν έκανε εμβόλιο αλλά που έσπευσε να το διαλαλήσει και να το στηρίξει με επιχειρήματα, ιδίως αφού πέρυσι είχε πάρει μέρος σε εκστρατεία ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης και αφού ξέρει ότι για πολλούς νέους αποτελεί πρότυπο.

Με τα μέτρα που ανακοινώθηκαν προχτές, και που θα ισχύσουν από τα μέσα Σεπτεμβρίου, επιβάλλονται περιορισμοί στους ανεμβολίαστους. Οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που δεν έχουν ακόμα εμβολιαστεί υποχρεούνται σε ένα ράπιντ τεστ την εβδομάδα με δικά τους έξοδα. Η απαίτηση αυξάνεται σε δύο ράπιντ τεστ εβδομαδιαίως για εκπαιδευτικούς, πανεπιστημιακούς, εργαζόμενους σε εστίαση και σε τουρισμό και μερικές άλλες κατηγορίες.

Μπορεί να γίνει συζήτηση για το αν είναι θεμιτό να χρεώνεται ο εργαζόμενος με το κόστος του τεστ, επιχειρήματα υπάρχουν και από τις δύο πλευρές. Πάντως, προκαλεί εντύπωση ότι ορισμένες κατηγορίες που επίσης έρχονται σε επαφή με πολύ κόσμο, όπως ένστολοι (στρατιωτικοί και σώματα ασφαλείας, λιμενικοί) ή ιερωμένοι, δεν έχουν υπαχθεί επίσης στην υποχρέωση των δύο εβδομαδιαίων τεστ.

Επίσης, οι ανεμβολίαστοι δεν θα έχουν πρόσβαση σε κλειστούς χώρους εστίασης και στα γήπεδα, ενώ για θέατρα, κινηματογράφους, αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία θα χρειάζεται να επιδείξουν ράπιντ τεστ αντιγόνου το πολύ 48ωρο.

Όπως εύστοχα σχολίασε κάποιος, ο μόνος κλειστός δημόσιος χώρος στον οποίο δεν θα υπάρχουν κανενός είδους περιορισμοί στην είσοδο θα είναι πλέον μόνο οι εκκλησίες -άλλη μια αξιοπρόσεκτη απουσία πρόβλεψης.

Και πάλι, είναι συζητήσιμο γιατί να μη μπορεί να πηγαίνει π.χ. στο μπαρ ένας ανεμβολίαστος με 24ωρο τεστ, ενώ θα μπορεί ένας εμβολιασμένος (που, θεωρητικά, έστω και με χαμηλή πιθανότητα, μπορεί να είναι φορέας και να μεταδίδει). Ίσως για να απλουστευτεί η διαδικασία, ίσως για να προστατευτεί ο ίδιος ο ανεμβολίαστος, ίσως για να πιεστεί να εμβολιαστεί.

Αλλά τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, ενώ προβλήθηκαν ως σχεδόν δρακόντεια, είναι αμφίβολο αν όντως θα οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση των εμβολιασμών. Καταρχάς, ως και τον Δεκέμβριο, τουλάχιστον στην Αθήνα και νοτιότερα, θα είναι ανοιχτοί υπαίθριοι (ή δήθεν υπαίθριοι) χώροι εστίασης κτλ. Κι έπειτα, είναι πολύ εύκολο να μπει κανείς σε ελεγχόμενους χώρους χωρίς πιστοποιητικό (διότι δεν γίνονται έλεγχοι, όπως διαπίστωσα στο πλοίο του Αργοσαρωνικού τις προάλλες) ή με παραποιημένο πιστοποιητικό.

Οπότε, το μόνο μέτρο της επιτυχίας των μέτρων θα είναι η επιδημιολογική κατάσταση της χώρας τον Νοέμβριο. Προσδεθείτε… και εμβολιαστείτε!

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *