ceb5cebbceadcebdceb7 cebaceb1cf81cf81ceac cebcceb5cf84cf81cf8cceb5ceb9 ceb1cf85cf84ceae ceb7 cebbcf8dcf80ceb7

metroei afti i lipi

Ο τίτλος προκλητικός, κανονικός οκτασύλλαβος. Με τη ρηματική κατάληξη εντός παρενθέσεως και την προσωπική αντωνυμία κολλημένη ως πρόθεμα μας δίνει πρόταση, έστω και ανορθόγραφη – με τρώει αυτή η λύπη. Χωρίς τη ρηματική κατάληξη, ένα «Μετρό» και μια «λύπη» ξεκρέμαστη…

Να γιατί ο τίτλος είναι προκλητικός και παρασημαίνων πολλά. Η Ελένη Καρρά δεν θέλει να ακολουθήσει τους κανόνες. Δεν θέλει να μπει στα καλούπια του ποιητικού καθωσπρεπισμού και της δεοντολογίας, κι όσο κι αν το «μετρό» το ανορθογράψουμε ως «μετρώ», τίποτα δεν μετράει και μέτρα και σταθμά είναι εξοβελισμένα. Όπως και να τα γράψουμε τα πράγματα, μας υπερβαίνουν.

{loadmodule mod_adsence-inarticle-makri} {loadposition adsence-inarticle-makri}

Φυλλομετρώντας τη συλλογή, πριν μπούμε στα βαθιά, διαπιστώνουμε ότι μέσα της εμπεριέχονται όλες οι μορφές, όλες οι τεχνοτροπίες, όλες οι παρεκκλίσεις από το αναμενόμενο και σε κάθε βήμα μάς περιμένει η έκπληξη. Έκπληξη στη σελίδα, στο τύπωμα, στη μορφή. Τίτλοι, στίχοι, στίξη.

Τόπος το εδώ αλλά και το εκεί, και το πάνω και το κάτω, και το υπόγειο, το underground με όλες τις έννοιες και ερμηνείες του, το έξω που βλέπουν τα μάτια και το μέσα της ψυχής, το εμφανές και το ανεξιχνίαστο. Η αντινομία σε πλήρη ανταπόκριση.

Η συλλογή είναι λυπητερή, όχι πένθιμη, και νοσταλγική – πρόσωπα και τοπία αναδύονται από το υπόγειο του συνειδέναι. Πρώτο ποίημα ο «Ψυχοπομπός Ι», υπάρχει και ο «Ψυχοπομπός ΙΙ» για το τέλος της διαδρομής, όπου «κανείς δεν ξέρει» και η «Μικρή αλήθεια» παραμένει «Λυπημένη». Ο ένας σε παραλαμβάνει και ο άλλος σε παραδίδει. Βρισκόμαστε στο «Μετρό» και ακολουθούμε τη δική του πορεία. Κάποτε η Τασούλα Καραγεωργίου στο δικό της «Μετρό» (πρόσφατα μεταφρασμένο και στα ιταλικά) ανεβοκατέβαινε για να συναντήσει τους αρχαίους προγόνους ή να δει μια σύγχρονη Αντιγόνη και να θυμηθεί τα Αρχαία Λαβδακιδάν. Να που και η Καρρά κάνει το ίδιο, μόνο που δεν πάει τόσο μακριά, αλλά στριφογυρίζει στο πατρικό σπίτι, όπου είναι στημένο το τραπέζι, «οι νεκροί […] φοράνε τα καλά τους», την «προσκαλούν […] στις χοροεσπερίδες τους», «κρυστάλλινα ποτήρια κολονάτα», και όλα αυτά σαν μέσα σε ύπνο. Όνειρο είναι και τα χωράει όλα και μες στον ύπνο στήνεται και ο νεκρόδειπνος.

{jb_quote} Όπως και να τα γράψουμε τα πράγματα, μας υπερβαίνουν. {/jb_quote}

«…ένα φεγγάρι που γλίστρησε στις σχισμές/ του βιογραφικού μου/ και κάπου εκεί, ανάμεσα// στις σπουδές και στις δεξιότητες/ απλώθηκε σαν λίμνη ξεχασμένη». Εκεί σ’ αυτή την ξεχασμένη λίμνη βρίσκεται η ουσία της ζωής, εκεί και η αληθινή της μέρα· στη χαραμάδα, γιατί η μαγική στιγμή δεν έχει σαφή όρια.

Η Καρρά φαίνεται σαν να πιάνει το νήμα της ποιητικής της από εκεί που το είχαν αφήσει οι πρώτοι υπερρεαλιστές. Θρυμματισμένος ο κόσμος, θρυμματισμένοι στίχοι, οι φράσεις, σαν αστραπές του μέσα νου που αυτομάτως εκφέρονται και καταγράφονται, χωρίς δεύτερη επεξεργασία, έτσι στα γρήγορα και βιαστικά, όπως είναι η ζωή και πριν προφτάσεις, η μαγική στιγμή έχει χαθεί, το θαύμα έχει περάσει.

Από τις χαραμάδες, λοιπόν, αυτών των αποσπασμάτων αναδύεται η λύπη και επομένως ό,τι έχει απομείνει από αυτό που «τρώει αυτή η λύπη». Λόγω μεταφοράς με ένα σύγχρονο μέσο, όπως το μετρό, δικαιολογούνται και οι αγγλόφωνες εκφράσεις και οδηγίες προς τους εποχουμένους, πράγμα που διεθνοποιεί το αίσθημα, Dear passengers […] we inform you that […] temporarily out of order… Δεν έχει πλέον βάρκα για την Αχερουσία και τον κάτω κόσμο· έχει «Μετρό» και βλάβη.

Βαθιά συναισθηματική, θλιμμένη και στοχαστική, αναθυμάται τον έρωτα:

«Κάποτε νομίσαμε πως μπορεί ν’ αγαπηθούμε/ Η γυαλιστερή αντανάκλαση ενός νωχελικού ψαριού/ Κάπου μακριά τρεμόσβησε και πάει/ Στον υγρό χρόνο που κυλούσε ανάμεσά μας/ Ξεγλιστρούσαν οι λέξεις ανέμελες ελπίδες/ Πίσω από φύκια όστρακα καρδούλες πεταμένες».

Εκείνο που έλαμψε για λίγο και χάθηκε σχεδόν αμέσως, «τρεμόσβησε», και στον πανδέγμονα βυθό έμειναν «καρδούλες πεταμένες». Το ποίημα συνεχίζεται και στην άλλη στροφή με τον ίδιο εναρκτήριο στίχο, αλλά με πλάσματα που αναδύθηκαν «λεπίδες στο σκοτάδι» για να καταστρέψουν. Κάποτε ο Σεφέρης έγραφε για «αμυγδαλιές που ανθίζουν» και τις «πιπεριές» στις όχθες των δρόμων της Αθήνας, ο Νάνος Βαλαωρίτης για την οδοντοδενδροστοιχία της λεωφόρου Συγγρού που έφτανε στο Σύνταγμα, ο Σωτήρης Δημητρίου για τα οπωροφόρα της Αθήνας, οι παλιοί Αθηναιογράφοι για τις γαζίες, ο Δροσίνης για την αμυγδαλιά, τελικά όλοι από κάποιο κλαδί πιάνονταν και η Καρρά από τα «καουτσουκόδεντρα», των οποίων την καρποφορία/ανθοφορία βλέπει μέσα από τρόλεϊ με τους πάσης εθνικότητας επιβάτες, φτωχούς, κουρασμένους, βρόμικους, καθισμένους ή πιασμένους από τις χειρολαβές, μηχανικά κινούμενους στον ρυθμό του οχήματος, ενώ έξω, την άσφαλτο διατρέχουν τα αυτοκίνητα. Βλέπει τις νεφελώδεις πολυκατοικίες, τις ανθρακί τράπεζες, τους επιβάτες πάσης κοινωνικής τάξης και φυλής που κουνιούνται στον ρυθμό του οχήματος. Υπαινίσσεται άραγε τις κοινωνικές τάξεις, το συνονθύλευμα ενός μελανόχρωμου πολτού, σαν όλοι να είμαστε καρποί του καουτσουκόδεντρου; Οι στίχοι «Οι δρόμοι της Αθήνας αδειανοί και φλεγόμενοι αχνίζει το τσιμέντο» στην παραπάνω αίσθηση οδηγούν. Και αλλού «τα πόδια μου κολλάνε στην πίσσα της ασφάλτου/ στον μέσα ορίζοντα μια πετρελαιοκηλίδα/ απλώνει τα φτερά/ είμαι ένας μολυσμένος κορμοράνος […]/ στο ανάπηρό μου κρώξιμο/ καταποντίζονται/ τα γέλια των παιδιών». Κάπου εδώ, ένα άλμπατρος μποντλερικό παραφυλάει, μόνο που δεν είναι τα γέλια των παιδιών, αλλά τα πειράγματα των ναυτικών. Στη ρύπανση του περιβάλλοντος, τη μαυρίλα και την πίσσα, η ποιήτρια αντιπαρατάσσει τις νεραντζιές και τα παιδιά που παίζουν και γελούν σαν απόγονοι του Χρόνου-Ηράκλειτου, συνεχίζοντας το παιχνίδι της ζωής. Έτσι, μια του ύψους, μια του βάθους, μια στην επιφάνεια και μια στον βυθό, η ζωή συνεχίζεται – είναι όμορφη σαν τριαντάφυλλο, αλλά έχει αγκάθια. Και η ποίηση στήνει τη φωλιά της στις τριανταφυλλιές, αλλά τα αγκάθια της μπορεί να σε ξεσκίσουν. Σαν εκείνο το παραμύθι· όσο κελαηδάει το αηδόνι, τόσο το αγκάθι βυθίζεται στο στήθος του και το αίμα τρέχει, αλλά δεν σταματά και ας ξέρει πως θα πεθάνει. Γιατί το τραγούδι του, το ποίημα είναι που έχει την αξία και η Ελένη Καρρά με τη γοητευτική συλλογή της καταθέτει το στίγμα της γραφής της και της ψυχής της:

«Σχηματίζω τον αριθμό του τηλεφώνου/ του σπιτιού όπου παλιά κατοικούσα./ Δεν απαντώ».

ele karra«Κι είναι η Μάνα/ αγάπης φάντασμα/ που από το χέρι με κρατά./ Τρύπιο το μάτι της/ Ποτάμι Λέξεις».

Ποτάμι λέξεις, αισθήματα, εικόνες, διαθέσεις, όλα ποτάμι, το ποτάμι της ζωής.

 

Μετρό(ει) αυτή η λύπη
Ελένη Καρρά
Μελάνι
σ. 34
ISBN: 978-960-591-180-5
Τιμή: 7,00€
001 patakis eshop

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *