Εικονοστοιχεία μιας πανδημίας χρόνιας και μίας προσωρινής – για τη συλλογή «Pixels» του Δημήτρη Κοσμόπουλου

Πίξελ είναι το μικρότερο στοιχείο εικόνας που μπορεί να εμφανιστεί, ο φωτοβολών κόκκος[1]. Σα να λέμε το αυτό που δεν τέμνεται περαιτέρω, το άτομο. Το άτομο που φαίνεται στο απέναντι παράθυρο ή στο παράθυρο του υπολογιστή, εν μέσω πανδημίας. Σ’ αυτήν την πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και σε άλλες, διαρκέστερες, του πολιτισμού μας, είναι αφιερωμένα τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής. Αν με το «Θέριστρον» ο Δημήτρης Κοσμόπουλος θέρισε ό,τι σπόρο έμμετρης φόρμας έσπειρε σε προηγούμενες συλλογές, με τα «Pixels», κάνει την συγκομιδή– τα στάχια του Τάκη Σινόπουλου στο εξώφυλλο, το επιμαρτυρούν.

Εισερχόμενος στη συλλογή ο αναγνώστης, αντικρίζει το εσωτερικό ενός σπηλαίου, υπό το φως κεριών:  «Τότε γυμνός από θορύβων παραισθήσεις/ ανέστιος εισοδεύεις στη σπηλιά σου / ανάβοντας κερί την σιωπηλή μιλιά σου / με την ψυχή σου λαβωμένη απ’ τις ειδήσεις» . Και αλλού: «Μπάζα σκεπάζουν την σπηλιά του καθενός. / Τηλεοράσεις παλαιές, τάμπλετς και κινητά». Η σπηλιά ως απείκασμα του βαθύτερου εαυτού μας, την ακρόαση του οποίου παρεμποδίζει ο ορυμαγδός της πληροφορίας, στην εποχή των εικόνων («Στο γυάλινο κλουβί μας πια ο αέρας δεν περνά, / (…) μαζούτ των πληροφοριών ως πάνω μάς γεμίζει»). Το «πίξελ» εκφράζει εξάλλου και αυτήν την χαρακτηριστική πολυδιάσπαση, την μη ευοδωτική για εμβάθυνση και αυτογνωσία.

Σ’ αυτόν τον εγκλεισμό ήρθαμε αντιμέτωποι και με τον φόβο του πρωτογονισμού, της παλινδρόμησης στην εποχή των σπηλαίων, ένεκα τηςελαχιστοποίησης του δημοσίου χώρου παραγωγής κοινού νοήματος. Ο ποιητής διαισθανόμενος αυτόν τον κίνδυνο ζητά να φτάσει «στου κρυφού του χρόνου τη σπηλιά»: «Μικρό που είσαι, / Σπήλαιο κρυμμένο, / πάντοτ’ αναμμένο / σε χρόνο άλλο, έξω απ’ το χρόνο». Ψάχνει δηλαδή μια λύση στο υπερβατικό, έναν εφημερεύοντα Θεό μέσα στη νύχτα του λοιμού (« Η λοιμική απλώνει σε κάμπους και βουνά… / Στις άδειες πόλεις ησυχία κοιμητηρίων»).

Πράγματι, τα περισσότερα ποιήματα έχουν προσευχητικό χαρακτήρα. Άλλα καταγγέλλουν την φαυλότητα της εποχής, μοιάζοντας να χρονογραφούν νωπούς εφιάλτες. Και ορισμένα είναι αμιγείς σάτιρες (όπως λ.χ. το «Πανδημία ποιηματογράφου»). Στη δεύτερη κατηγορία, νομίζω πως συγγενεύει με τον Μάνο Ελευθερίου, ενώ στην τρίτη με τις αντίστοιχες σάτιρες του Νάσου Βαγενά. Βεβαίως, κοινός πρόγονος όλων είναι ο Κώστας Καρυωτάκης – ίσως, ιδίως για τον Κοσμόπουλο και οι Σάτιρες του Παλαμά. «Θα αναρτήσω στίχους για την πανδημία / στο Facebookκαι στο διαδίκτυο. / Με ύφος φυσικό θα ’χω φωτογραφία / στη chez-longμε σώμα ημι-ύπτιο». Το σονέτο συνιστά με τρόποι εξόχως ευθύβολο εγρήγορση, διότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενεδρεύουν τρεις μεγάλοι πειρασμοί, για όλους ανεξαιρέτως: η καλλιέργεια της ναρκισσιστικής αυταρέσκειας, η επιφανειακότητα όπου το φαίνεσθαι αντικαθιστά το είναι και η προχειρότητα της στιγμιαίας γραφής, λόγω ευκολίας δημοσίευσης.

Από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής είναι το XXI (σελ. 32-33).

`

Πότε εἴτανε ποὺ ὁ οὐρανὸς ἔπεφτε πάχνη στὰ μαλλιὰ
κι ὕστερα ἔσταζε στὸ χέρι μέλι
κι ἡ θάλασσα πότε σὲ κράταγε στὴν δροσερὴ ἀγκαλιὰ
καὶ τὸ κορμί σου γλίστραγε σὰν χέλι
κύματα ἀστράφτουν στὸν ὁρίζοντα ἡλιακῶν θερμοσιφώ
νων
μὲ ντεσιμπὲλ χιλιάδων μικροφώνων
ὑψώνεται βουβὴ ἡ κραυγή μας στῆς σιωπῆς τὴν ἐρημιά,
χαμένων, θλιβερῶν καὶ μόνων.

Ὄχι, ἐδῶ δὲν εἶναι ὁ Χάρος δαίμονας μὲ μάτια φλογι-
σμένα
Nel mezzo del cammin di nostra vita
ἔχει μονάχα εἰκόνων σκιὲς νὰ πέφτουν κουρασμένα
ἀναβράζοντα ντεπὸν στὸ ἕλος τοῦ τίποτα.
Καθένας ψάχνει μιὰ στιγμὴ νὰ σταματήσει ἐντός του,
νὰ ἐπουλώσει τὴν ζωὴ στὰ γρήγορα
μὰ δὲν τὴν βρίσκει γιατὶ ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του
εἶναι τὰ ἐντός του, νεκρὰ κι ἀνήμπορα.

Μπὲς στὴν σπηλιὰ καὶ μὲ τὴν ἅγια πίκρα σου λυχνάρι
βρὲς τὴν γωνιὰ τὴν μυστική, κι ἐκεῖ
ἄναψε τὰ σβησμένα κάρβουνα, ψάξε τὸ χνάρι
ἀπὸ ἄγγιγμα πνοῆς χερουβικῆς
κι ὅπως θ’ ἀναζητᾶς τὰ ξεχασμένα σου κομμάτια
κάτω ἀπὸ ἀφίσες ξεσκισμένες,
θὰ νοιώσεις νὰ σὲ ἀγκαλιάζουνε τ’ ἄχραντα μάτια
κι οἱ πράξεις σου συγχωρεμένες.

Σαπίζουνε οἱ ψυχές μας σὲ ἀποστειρωμένα σελοφάν,
ἀεροστεγῶς κλειστὲς καὶ σφραγισμένες,
ἀγάπη ξοδεμένη σὲ μηνιαῖες δόσεις – πιὰ δὲν τραγουδᾶν
οἱ βρύσες μας στεγνὲς καὶ μαραμένες
κι ἀνοίγουμε πληγὲς τοῦ Φαραὼ στὴν εὐλογία τῆς πλά-
σης
μὲ πρόσκαιρη ἡδονὴ χορτάτοι –

Μὰ ἐσὺ λάμψε, σπηλιά μου, χάρη μου κρυφή, λάμψε κι
ἂς φτάσεις
νὰ στάζεις φῶς μετὰ τὴν δωδεκάτη.

Ξεκινά με μια εξιδανικευτική νοσταλγία για την μητέρα φύση, με τον εμπεριεκτικό της ρόλο («κι η θάλασσα πότε σε κράταγε στη δροσερή αγκάλη» , «ο ουρανός έπεφτε πάχνη στα μαλλιά») – ο ποιητής έχει αναφερθεί σε συνεντεύξεις του για την επίμονη αίσθηση του ξεριζωμού από το φυσικό περιβάλλον της Μεσσηνίας απ’ όταν ήλθε στην Αθήνα παιδί με την οικογένειά του. Στη συνέχεια επιχειρεί ενδοστροφή εις εαυτόν και δείχνει να τρομάζει από την συνειδητοποίηση της δουλειάς και του χρόνου που χρειάζεται για τη συμφιλίωση με τον μέσα εχθρό μας και για την επούλωση των παθογόνων τραυμάτων: «αναβράζοντα ντεπόν στο έλος του τίποτα. / Καθένας ψάχνει μια στιγμή να σταματήσει εντός του, / να επουλώσει την ζωή στα γρήγορα / μα δεν την βρίσκει γιατί ο μεγαλύτερος εχθρός του / είναι τα εντός του, νεκρά κι ανήμπορα».  Μην αντέχοντας να αντικρίζει τα εντός  («την αγάπη που ξοδεύτηκε σε μηνιαίες δόσεις») ιδίοις όμμασι, αναζητεί να ενδοβάλει το συγχωρητικό βλέμμα του Θεού : «Μες στη σπηλιά και με την άγια πίκρα σου λυχνάρι /(…) θα νιώσεις να σε αγκαλιάζουνε τ’ άχραντα μάτια / κι οι πράξεις σου συγχωρεμένες».

Στο ποίημα XXII(σελ. 34) τελείται μια εξαίσια αποτύπωση της ερήμωσης (βλ. WasteLand) που δεν σταματά στην παροδική καραντίνα, αλλά είναι προϊόν της «Κουλτούρας του Ναρκισσιμού», για να θυμηθούμε τον Κρίστοφερ Λας:

«Πυκνές μεταλλικές κεραίες – δέντρο κανένα. / Κομμένο το κεφάλι μου κρατώ / ψάχνοντας μέρος για να τ’ αποθέσω. (…) / Γύρω μου σκιές πορεύονται, συνοδοιπόροι. / Κανείς δεν δίνουμε του αγγέλου μας νερό. / Βλέπουμε την εικόνα μας στο φεγγερό / ταμπλώ των κινητών και λέμε: «Οι σπόροι / αυτής της εποχής δεν βρήκανε καιρό/  Καήκανε στους παγετώνες» – λέμε εν χορώ». Και στο αμέσως επόμενο ποίημα: «Οι σπόροι μας δεν βρίσκουνε χώμα για να πεθάνουν./Άρριζοι μουχλιασμένοι πέφτουνε στην άμμο, /ψυχρή κινούμενη λίμνη ψευδών εικόνων,/ μυριάδες κόκκοι, pixels, θάλασσα εδώ χάμω». Στο πρώτο ποίημα γίνεται σαφής αναφορά στην «Παραβολή του σπορέως» ενώ το δεύτερο αναφέρεται στην αναστάσιμη υπόμνηση του Αποστόλου Παύλου: εκείνος ο σπόρος που ο γεωργός σπέρνει, δεν παίρνει ζωή, εάν πρώτα δεν πεθάνει (Α΄ Κορ. ιε΄ 36-37).

Είναι εμφανές ότι ο ποιητής δυσφορεί στην αποκλειστικότητα του εικονικού, αποσωματοποιημένου χώρου,του λείπει η αμεσότητα των αισθήσεων στην επαφή με τον άλλον και με την φύση: «Διψάσαμε ένα άγγιγμα, ποθήσαμε τα φύλλα, / (…) την θάλασσα ποθήσαμε στην πρωινή αντηλιά»…. «Κι όμως αιχμάλωτοι μες στο καθρέφτισμά μας / σε γυάλινη αλυκή, κόκκοι, εικονοστοιχεία / έκαστος στην οθόνη του κι όλοι μια συστοιχία» … « (…) σαν τους πιθήκους καρφωμένοι στο καντράν / αλλάζουμε κανάλια, με τα χείλη να παραμιλάν».

Το ποίημα «Credo» (που θα μπορούσε να αναγνωστεί και εκ παραλλήλου με το «Credo»του Τάκη Παπατσώνη) μιλά ο άνθρωπος που πιστεύει, που εμπιστεύεται κάτι που δεν βλέπει, χωρίς να χάνει όμως την τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης, κι αυτό είναι υψηλής σημασίας κατά τη γνώμη μου (η δοκησίσοφη αναισθησία εμπρός στο «αίνιγμα του θανάτου» είναι δείγμα πνευματικής νωθρότητος, έλλειψης ενσυναίσθησης και βαθιά μονοφυσιτική – θυμόμαστε τον φόβο του ίδιου του Χριστού) : «Θα πεθάνουμε. Γίναμε όλοι μας ξένοι, / στο αόρατο κάτεργο δέσμιοι και σκλάβοι». Ωστόσο, μπαίνει φως από την χαραμάδα μιας αναστάσιμης πίστεως: «Του θανάτου ο κλίβανος, τούτη η ζήση / ψήνει της αγάπης άρτο μυστικό.».

`

Credo
Θὰ πεθάνουμε. Ἂν τό ’χεις πιὰ καταλάβει,
εἶναι ἡ μόνη ὀμορφιὰ ποὺ μᾶς μένει.
Θὰ πεθάνουμε. Γίναμε ὅλοι μας ξένοι,
στὸ ἀόρατο κάτεργο δέσμιοι καὶ σκλάβοι.

Μὲ σταυρό, μὲ τὴν λόγχη, μὲ σπόγγο, καλάμι
δὲν σταυρώνουνε πιά. Εἶναι démodé.
Κλιματιστικὸ Fujitsu ἔχει τὸ θολάμι
τηλεόραση, laptop, έδέσματα gourmet.

Τοῦ κακοῦ τὸ σαπρόφυτο μέσα ἀνεβαίνει,
μελανοῦ ἑνὸς θανάτου σὰν συντριβάνι.
Εἶναι ἡ κλίνη μας τώρα χειρουργῶν ντιβάνι
νά, τὸ σμῆνος τους γύρω βομβεῖ καὶ πληθαίνει.

Τῆς ψυχῆς σου τὸ βρέφος ἄκου πῶς κλαίει
διψασμένο γιὰ γάλα, πεινασμένο γιὰ μέλι.
Μὰ φοβᾶσαι νὰ δεῖς, τὸ βλέμμα του καίει.
Λές: «Νὰ σκάσει ἐπιτέλους. Δὲν μὲ μέλλει».

Γιὰ νὰ μὴν γίνει ἀθάνατο τόσο κακὸ
θὰ πεθάνουμε. Ἡ στρόφιγγα ξάφνου θὰ κλείσει.
Τοῦ θανάτου ὁ κλίβανος, τούτη ἡ ζήση
ψήνει τῆς ἀγάπης ἄρτο, μυστικό.

`

Το φως αυτό δεν εμποδίζει τον ποιητή να αντικρίσει τα σκοτάδια του–μάλλον τον βοηθά: «Είμαι από τη γενιά που χλαπακιάζει μάννα / κι όταν για λίγο στερηθεί, προσκυνά χρυσό βόδι / κι ουρλιάζει «Πού είσαι;» στου θανάτου την καμπάνα / μας σαν χορτάσει, ανίδεη, σού κράζει «Πάρε πόδι». Μια στον Άδη του κοιτάζει, μια στον ουρανό και προσεύχεται να γεμίσει από το νερό που ο Χριστός μετέβαλε σε οίνο, στον γάμο της Κανά, να γίνει σώμα απ’ το Σώμα Του: «Πάρε μας μέσα στο κορμί σου, / μνήσθητι, τον πηλό θυμήσου. / Σταμνάκι να ΄μαι! Διψασμένο / κρασί ουράνιο, σε προσμένω.»

Ουρανόν το σπήλαιον (Ωδή θ των Χριστουγέννων)… Το σπήλαιο γίνεται ουρανός: «Τώρα που τίποτε δεν έχουμε, η μόνη λύση είναι το ασανσέρ. Να κατεβάσουμε τον ουρανό. Εδώ και τώρα». Αυτό το «κατέβασμα του ουρανού» δεν γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Συνομιλώντας ενεργητικά με τα κείμενα του βιβλίου, μού προέκυψε μία καλοπροαίρετη απορία-ένσταση. Τόσο στο «Θέριστρον» όσο και στην τελευταία του συλλογή ο ποιητής επιχειρεί να εντάξει στην σύγχρονο ποιητικό λόγο λέξεις της καθημερινής, τρέχουσας χρήσεως, που οι περισσότερες έχουν υιοθετηθεί αυτούσιες από την τεχνική αγγλόφωνο ορολογία και δεν έχουν προς το παρόν μεταβολισθεί σε εύχρηστα νεοελληνικά ανάλογα (π.χ. laptop). Ορισμένες εξ αυτών είναι εμπορικά ονόματα (Xanax, Skype, Facebook, Fujitsu…). Ορθώς πράττει κατά τη γνώμη μου, εντάσσοντάς τες στον ανθηρό ελληνικό του λόγο, συνδράμει στην ψυχική τους πρόσληψη, τις εντάσσει σ’ ένα πνευματικό σχέδιο πόλεως. Ωστόσο, σε δύο περιπτώσεις ομοιοκαταληξίας, ξαφνιάστηκα βλέποντας το «Skype»να συναντιέται με το «σκύψε» στο τέλος του άλλου στίχου, όπως και αλλού τα «drones»με το «Τρώνε». Οι ομοιοκαταληξίες είναι συνήθως ηχητικές και όχι οπτικές, καθότι η ποίηση είναι μια τέχνη αρχαιόθεν ηχητική κατά βάσιν.  Όσο κι αν με ξενίζει όμως, ο ποιητής μπορεί να είχε κάποιο σκεπτικό που αγνοώ.

Αυτή η συλλογή θα μείνει σαν ζωγραφιά ενός ανελκυστήρα μεταξύ ερεβώδους σπηλαίου και ουρανού, σε πανδημίες λοιμικές, πολιτισμικές και υπαρξιακές.

Δημῶδες σὲ ρυθμὸ hip-hop
Γιά ἰδὲς τούτη τὴν ἄνοιξη, τοῦτο τὸ καλοκαίρι,
ἥλιο σπασμένο λάστιχο καὶ μελανὸ φεγγάρι.
Ἄκου τυφλὸ θανατικὸ τὶς χῶρες νὰ διαβαίνει,
δόλιους ἀνθρώπους ὀρφανοὺς μπρὸς στὶς τηλεοράσεις.
Περνάει κάμπους καὶ βουνά, θάλασσες καὶ ποτάμια,
κι ἀφήνει πόρτες σφαλιστές, παράθυρα κλεισμένα.
Ὁ Χάρος ποὺ ξεχνούσαμε καβάλα στὸν ἀέρα
ὁπού βρει δέντρο τὸ χτυπᾶ, νεράκι τὸ θολώνει.
Στὰ κινητά μας κατοικεῖ, στὶς συσκευὲς κουρνιάζει,
καὶ κάμνει τὴν καρδούλα μας ἐπιφάνεια ἐργασίας.
Κι ἂν πέσουνε στὰ χέρια του οἱ ψυχαναλυτές μας,
γιατροὶ καὶ ἐπιστήμονες καὶ teams τῶν εἰδημόνων,
τοὺς παίρνει γιὰ συνέταιρους, τοὺς ἔχει γιὰ κολλήγους.
’Ποσκέπασε τὴν πλάση σου κι ἂς σὲ ξαναδικάζουν
ὁ καίσαρας κι ὁ πραίτορας κι ὁ μέγας λογοθέτης.
Ἂν εἶναι νά ’ρθει θάνατος, μὴν ἔρθει μὲ μαράζι
μὰ μ’ ἕνα χάδι σου ἂς ἐρθεῖ καὶ μὲ τὸν διακαμό σου.

`

*

Τὸ ξόδι
†1.6.2020
Ἀπὸ τὴν καραντίνα ἡμέρες δέκα καὶ ἑφτὰ
μὲ τὰ βουνὰ νὰ τρέμουνε στὸ φῶς λυωμένα.
Ἰουνίου πρώτη, τοῦ πρωϊνοῦ χορτάρι καὶ γραφτὰ
πάνω του, δές, τὰ στάχυα. Μ’ ἄγραφτα δεμένα.
Τὴν πέτρα ποὺ μοῦ ἔδωσες στὰ χέρια μου βαστῶ,
πενήντα χρόνους θήλασα ἀπ’ τὸν μαστό της μέλι.
Κι ὅπως στὸ χῶμα μπαίνεις, μέσα μου μετρῶ
τὰ δέντρα σου καὶ τὶς βροχές. Κι ἂν θέλει
ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ὁ σκυλευτής,
ὅσο πατῶ, θὰ τὴν βαστῶ τὴν πέτρα σου στὸ στῆθος.
Θὰ πέσει βράδυ, θὰ περάσει καὶ θὰ μαραθεῖ
τὸ ὑφαντὸ τῶν χρόνων μου, ἱστὸς ἀράχνης, μῦθος.
Μονάχα ἕνα δάκρυ μου σοῦ ἀφήνω νὰ κρατεῖς
καὶ τῆς εὐχῆς ἀμάραντο. Γεῖρε νὰ κοιμηθεῖς.

`

*******************

[1] Από το λεξικό Νεοελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *