ceb4ceb5cebd ceb5ceafcf87ceb5 cf80ceacceb5ceb9 cebcceb1cebacf81ceb9ceac ceb7 ceb2ceb1cebbceafcf84cf83ceb1

Την Κυριακή το πρωί επέστρεψα στο Λουξεμβούργο, μετά τις γιορτές, με απευθείας πτήση της Ετζίαν. Είχα μαζί μου δυο βαλίτσες, η μία -η μεγάλη- είχε ρούχα και συναφή, η μικρή είχε βιβλία. Στο Ελ Βενιζέλος ο αρμόδιος υπάλληλος με κατεύθυνε στον αριστερό από τους δυο μαιάνδρους που οδηγούν τους επιβάτες στην παράδοση των αποσκευών, εκεί όπου πρέπει να σκανάρεις μόνος σου τις ετικέτες και να τις κολλήσεις στις βαλίτσες σου. Δεν είχα ξανακάνει τη διαδικασία, υπήρχε όμως υπάλληλος που μας καθοδηγούσε. Ζύγισα τις δυο βαλίτσες μου, που τις είχα φέρει και τις δύο πολύ κοντά στο όριο, μόλις κάτω από τα 23 κιλά, σκάναρα, τύπωσα τις ετικέτες και τις πέρασα στο χερούλι της κάθε βαλίτσας -αν και όχι πολύ καλά.

valigiaΦτάνοντας στο Λουξεμβούργο τρεις ώρες αργότερα, στήθηκα στον ιμάντα και περίμενα να βγουν οι βαλίτσες μου. Οι άλλες έβγαιναν, οι δικές μου όχι. Ένας ένας οι άλλοι επιβάτες έπαιρναν τα μπαγκάζια τους και αποχωρούσαν, εγώ έμενα. Καναδυό φορές γελάστηκα πως είδα την μεγάλη, αλλά είχα λαθέψει -ήταν κάποια που της έμοιαζε, είναι και γκρίζα, μάλλον συνηθισμένη απόχρωση και κοψιά. Ενώ είχαμε μείνει πεντέξι που περιμέναμε ακόμα, ξαφνικά βλέπω τη μικρή, την κόκκινη βαλιτσούλα να ξεπροβάλλει καμαρωτή από το στόμιο της χοάνης. Την άδραξα και την απόθεσα στο καροτσάκι με τις ελπίδες αναπτερωμένες. Αφού ήρθε η μία, λέω, δεν θα αργήσει και το ταίρι της.

Αλλά οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν. Ο ιμάντας ξέβρασε άλλες πέντε αποσκευές, ισάριθμοι επιβάτες που περίμεναν τις πήραν κι έφυγαν, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω το στόμιο. Σε λίγο σταμάτησε κιόλας να γυρίζει ο ιμάντας, και ένας ηλεκτρονικός κρωγμός σήμανε το τέλος της διαδικασίας. Καταπτοημένος κατευθύνθηκα προς τη θυρίδα των χαμένων αποσκευών για να δηλώσω την απώλεια, ενώ σκεφτόμουν πώς να περιγράψω τη βαλίτσα μου.

Tόσα χρόνια που ζω έξω κάνω πολλά αεροπορικά ταξίδια τον χρόνο -οπότε δεν ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβη το ατύχημα να μην φτάσει η βαλίτσα μου. Μου έχει ξανατύχει κάμποσες φορές. Μια περίοδο που έπαιρνα μια πτήση μέσω Ζυρίχης που είχε σύντομη ανταπόκριση (διότι απευθείας πτήσεις δεν είχαμε πάντοτε από το Λουξεμβούργο στην Αθήνα τα προηγούμενα χρόνια) ήταν αρκετά συνηθισμένο να προλάβουμε την πτήση εμείς αλλά όχι οι αποσκευές μας -έρχονταν όμως με το επόμενο αεροπλάνο, την άλλη μέρα το πρωί. Πρώτη φορά όμως μου έτυχε να φτάσει η μία αποσκευή και να χαθεί η άλλη.

Όμως, κάπου εδώ ακούγεται από το βάθος μια φωνούλα: Εμείς εδώ λεξιλογούμε. Της κείνης ρήμασι πειθόμενος, λοιπόν, θ’ αδράξω την ευκαιρία να λεξιλογήσω για τη βαλίτσα και τις αποσκευές.

Η βαλίτσα λοιπόν είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου είναι valigia, και ίσως γι’ αυτό θα δείτε ιδίως σε παλιότερα κείμενα, ας πούμε των αρχών του 20ού αιώνα, τον τύπο βαλίτζα. Από τα ιταλικά η λέξη έχει περάσει και στα γαλλικά, όπου είναι valise.

Για την ιταλική λέξη, το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι προέρχεται απο το αραβικό waliha, σάκκος. Αλλά αυτή είναι απλώς μία από τις κάμποσες θεωρίες που υπάρχουν. Στο ιταλικό ετυμολογικό του Zanichelli, το DELI, παρατίθενται πολλές θεωρίες αλλά η ετυμηγορία του λεξικογράφου είναι termine di provenienza sconosciuta, όρος άγνωστης προέλευσης. Καλό είναι πού και πού να ομολογούμε την αδυναμία μας, όσοι ετυμολογούμε.

Πάντως η λέξη στα ιταλικά είναι παλιά, από το 1350 στον Βοκκάκιο. Τώρα που τα γράφω αυτά, θυμήθηκα κι έβαλα ν’ ακούσω μια νεανική όπερα του Ροσίνι (του 1812) που λέγεται L’occasione fa il ladro ossia Il cambio della valigia (Η ευκαιρία κάνει τον κλέφτη ή η αλλαγή της βαλίτσας), όπου σε ένα πανδοχείο ένας ταξιδιώτης συντρώγει με κάποιον αλλον και παίρνει κατά λάθος τη βαλίτσα του. Την ανοίγει, βρισκει μέσα τα χαρτιά του ξένου και το πορτρέτο μιας καλλονής που ο άλλος πήγαινε να παντρευτεί με συνοικέσιο και αποφασίζει να παρουσιαστεί εκείνος ως ο αναμενόμενος γαμπρός. Δεν θέλω να σποϊλάρω, πάντως δεν τα καταφέρνει, αλλά δεν βγαίνει και χαμένος από την υπόθεση, που θυμίζει παλιά ελληνική κωμωδία.

Επιστρέφουμε όμως στη βαλίτσα. Η άλλη λέξη που έχουμε για τις βαλίτσες ή τις αποσκευές, στον πληθυντικό, είναι μπαγκάζια ή μπαγάζια. Κι αυτή δάνειο είναι, αλλά κι εδώ η διαδρομή της δεν είναι απόλυτα καθαρή. Κατά τον Μπαμπινιώτη, είναι από το βενετικό bagagia (που είναι ενικός) αλλά κατά τον Πετρούνια (στο ΛΚΝ) είναι από το τουρκικό bağaj  και αυτό το μαλακό τουρκικό g που προφέρεται περίπου σαν το δικό μας γ εξηγεί τον τύπο «μπαγάζια». Πάντως, τόσο η βενετική όσο και η τουρκική λέξη ανάγονται στο γαλλικό bagage, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ανάγεται στο μέσο γαλλικό bagues («ρούχα, παλιόρουχα») το οποίο δεν έχει και πολύ σίγουρη ετυμολογία -κατά το ATILF μάλλον προέρχεται από βορειοϊταλικές διαλέκτους. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι προέρχεται από την ίδια σκανδιναβική ρίζα από την οποία προέρχεται και το αγγλ. bag.

Από τα γαλλικά και το πορτ μπαγκάζ των αυτοκινήτων, το οποίο πάντως σήμερα στα γαλλικά λέγεται κυρίως coffre, όπως και το χρηματοκιβώτιο. Στα γαλλικά porte bagages είναι η μπαγκαζιέρα, που μπαίνει στην οροφή του αυτοκινήτου -είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι.

Θα προσέξατε ότι τα μπαγκάζια (ή μπαγάζια) υπάρχουν μονάχα στον πληθυντικό. Δεν λέμε «το μπαγκάζι» (ή λέμε; πάντως τα λεξικά μόνο πληθυντικό έχουν). Περιέργως, στο πρόσφατο άρθρο μας για το Άνω Λιόσι, για τις λέξεις που δεν έχουν ενικό, το *μπαγκάζι το ξεχάσαμε.

Να πούμε όμως και για την αυτοχθόνως ελληνική λέξη, τις αποσκευές, που συνήθως τη χρησιμοποιούμε στον πληθυντικό στην επίσημη ορολογία (έλεγχος αποσκευών, ας πούμε) αλλά έχει και ενικό. Αρχαία λέξη, ασφαλώς, αλλά στα αρχαία είχε και τη σημασία της μετακόμισης, του συνόλου των σκευών, είχε όμως και τη σημερινή σημασία. Παράγεται από τη σκευή, που είναι άλλος τύπος του σκεύους. Θα θυμάστε, όσοι έχετε μετακομίσει, τον όρο «οικοσκευή», που πολλοί τον λένε «οικοσυσκευή».

Yπάρχουν βέβαια κι άλλες λέξεις, ας πούμε τα μπογαλάκια, τα συμπράγκαλα, το σακ βουαγιάζ (ταξιδιωτικός σάκος κατά λέξη) αλλά νομίζω πως η βαλίτσα είναι η συχνότερη, και έχει και παρουσία στη φρασεολογία μας. Λέμε «Θα πάει μακριά η βαλίτσα;» που σημαίνει «Θα συνεχιστεί για πολύ αυτή η κατάσταση;» και βέβαια τη λέμε κυρίως για κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό, που διαρκεί πολύ ή τέλος πάντων περισσότερο απ’ όσο αναμενόταν.

Η αρχή της φράσης ολοφάνερα βρίσκεται στους αχθοφόρους, που τόσο συνηθισμένοι ήταν παλιότερα. Όταν ο ταξιδιώτης έφτανε στο λιμάνι ή στον σιδηροδρομικό σταθμό έπαιρνε έναν ή περισσότερους χαμάληδες για να του μεταφέρουν τις αποσκευές στο σπίτι ή το ξενοδοχείο του κι ο ίδιος προπορευόταν. Οπότε ήταν συχνό να ρωτήσουν οι φορτωμένοι αχθοφόροι «αφεντικό, θα πάει μακριά η βαλίτσα;», ιδίως όταν δεν τους είχε προσδιορίσει με ακρίβεια τον προορισμό.

Η δική μου βαλίτσα, ευτυχώς, δεν είχε πάει μακριά. Για την ακρίβεια, δεν είχε πάει πουθενά -είχε μείνει στο Ελ Βενιζέλος. Χάρη στην επιμονή της Νικοκυράς από το τηλέφωνο, ένας εξυπηρετικός υπάλληλος φιλοτιμήθηκε να ψάξει στις βαλίτσες χωρίς ετικέτα με βάση την περιγραφή μας, διότι η ετικέτα που άτσαλα είχα κολλήσει είχε φύγει. Κι έτσι δυο μέρες μετά την προσωρινή απώλεια πήγα και την παρέλαβα με το περιεχόμενό της άθικτο και αναλλοίωτο. Κάνει και κρύο εδώ, κι έτσι δεν την επαθα σαν τον φίλο που είχε χάσει κατακαλόκαιρο σε κάποιο μεσογειακό αεροδρόμιο μια βαλίτσα που είχε μέσα μεγάλη ποσότητα χλωρό τυρί -η οποία τελικά εντοπίστηκε μερικές μέρες μετά από την οσμή.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *