ceb3 ceb1cebdceb4cf81ceb9ceb1cebdceaccf84cebfcf82 ceb2ceb1cf83ceb9cebbceb9cebaceae cebacebfcebdcf84cebfceb3ceb9ceaccebdcebdceb7

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Ο Γιάννης Ανδριανάτος και η Βασιλική Κοντογιάννη εξέδωσαν τις δεύτερες ποιητικές τους συλλογές κερδίζοντας το προσωπικό τους στοίχημα για μια θέση στο ποιητικό γίγνεσθαι.

 

010100069640Γ. Ανδριανάτος, Δείπνο αντιβαρύτητας εκδ. Gutenberg

Δεύτερη ποιητική συλλογή για τον Γιάννη Ανδριανάτο που απαρτίζεται από πέντε ενότητες. Η πρώτη συλλογή (2007) αποτελούσε εν μέρει μια μαθητεία στο χάικου και, όπως φαίνεται τώρα, αυτή η άσκηση απέδωσε καθώς μεγάλο μέρος των ποιημάτων της δεύτερης συλλογής χαρακτηρίζονται από την επιγραμματικότητα και το θυμοσοφικό και στοχαστικό λόγο του είδους δηλαδή από συμπύκνωση και περιστολή των εκφραστικών μέσων. Σε αυτά τα γνωρίσματα προσθέτουμε και την τάση για διάλογο, εμφανέστατη ιδίως στην υποενότητα «Έντεκα διάλογοι» του πρώτου μέρους (το οποίο φέρει τον δυσάρεστο τίτλο «Καρκινικοί δείκτες» βάζοντας ήδη ένα ερώτημα στην ανάγνωση) αλλά παρούσα γενικά πολύ συχνά στη συλλογή. Η διάθεση να συμπαρασυρθεί ο αναγνώστης σε μια συνομιλία με το ποίημα μοιάζει να αποτελεί ένα από τα ζητούμενα της ποίησης του Ανδριανάτου και γι’ αυτό η ποίησή του είναι άμεση χωρίς ερμητισμό αλλά με αυθορμητισμό πλην όμως με αρκετά επεξεργασμένο λόγο. Απ’ την άλλη η τάση αποφθεγματικότητας αποδίδει ορισμούς, που μερικές φορές ξαφνιάζουν είτε για την αιφνίδια λεκτική επιλογή είτε για τις νοηματικές συνδέσεις τους  π.χ. «Πνευματικότητα είναι/να καυλώνεις όταν κοιτάς/ τα μπούτια του Παρθενώνα.». Ποιήματα μάλλον ολιγόστιχα, έως και δίστιχα, κυρίως με τα γνωρίσματα, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, αποτελούν τον κορμό του βιβλίου. Η ενότητα «Μαύροι κύκνοι» είναι η πιο στοχαστική καθώς τροφοδοτείται από την κοινωνική πραγματικότητα και το άτομο ως θλιμμένο και σκεπτικό μέτοχο σε αυτήν ενώ το τελευταίο μέρος με τίτλο «Απόσταξη φιλιών» είναι κυρίως αφιερωμένο στο ερωτικό βίωμα που αποτυπώνεται με ένταση και αυξημένο λυρικό τόνο ώστε να αποδίδεται ο έρωτας ως πλήρης συγκίνηση και απόλυτη ένωση των δύο, απορρόφηση σχεδόν αλλά και λύτρωση μαζί.

 

COVER EKEINES K EMEIS 300x400 1Βασιλική Κοντογιάννη, εκείνες εμείς, εκδ. πληθώρα

Δεύτερη συλλογή και για την Κοντογιάννη που απαρτίζεται από ένα εισαγωγικό ποίημα και τρεις ενότητες των οποίων οι τίτλοι «Εκείνες», «Περνώντας στο “εμείς”» και «Ποια είμαι λοιπόν;» είναι ενδεικτικοί για την πορεία και τη στόχευση της συλλογής. Ήδη από το προλογικό «Σαν υποβρύχιο στον ωκεανό» προοιωνίζεται η καταβύθιση στον εαυτό που για να συντελεστεί περνά από άλλα γυναικεία πρόσωπα δημιουργώντας μια συλλογικότητα, ένα νήμα που οδηγεί από εκείνες στο εμείς και εντέλει το εγώ ως απότοκό τους και μέρος τους. Οι «εκείνες» με την αυτοκτονία («Δηιάνειρα»), το ερώτημα για ένα παιδί («Κλυταιμνήστρα»), την άρνηση ενός ποθητού μνηστήρα χάριν του γερασμένου Οδυσσέα («Πηνελόπη»), το ερώτημα «ποιος σκότωσε τη «γυναίκα και τα παιδιά του Ιάσονα («Μήδεια») είναι γυναίκες στις «σιωπές του μύθου» («Δηιάνειρα») ή και στο αδιάσειστο της ιστορίας (Thérèse Levasseur η σύντροφος του J.-J. Rousseau «Ήταν και έμεινε ως το τέλος αμόρφωτη»). Επειδή «οι γυναίκες υπομένουν την προδοσία/καταπίνουν τον πικρό καρπό της απιστίας/ προστατεύουν τον προδότη» η Κοντογιάννη, κατά το πρόταγμα/πρόσταγμα της Adrienne Rich ξανακοιτάζει προς τα πίσω τους μύθους ως «πράξη επιβίωσης» γιατί «μέχρι να καταλάβουμε τις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας.». Οι ανώνυμες «εμείς» του σήμερα, γυναίκες που εσωτερίκευσαν την υποταγή στην πατρική εξουσία ακολουθώντας τη συνθήκη της γαμήλιας υποτέλειας μας οδηγούν στο τρίτο μέρος, το εξομολογητικό «εγώ» μιας γυναικείας φωνής εκφοράς που στρέφεται στην εμπειρία της και συστρέφεται στον εαυτό της για να αντλήσει δύναμη και να κραυγάσει « δεν μπορώ να μιλήσω/ όταν/ ο λόγος σου/σέρνεται/γλιστράει/προδίδει…» («Το πηγάδι»).

Ο κύριος τρόπος της Κοντογιάννη είναι η ερώτηση  που απευθύνεται εξίσου στον εαυτό και στον/στην αναγνώστη/στρια ενώ από ποιήματα πολύστιχα αλλά με σύντομους στίχους περνά ακόμη και στο πεζό («Αλισάβα»). Συγκινούν η αμεσότητα και η ανάγκη να αποδοθεί το δυνατό συναίσθημα του έμφυλου βιώματος με γνήσιο, αδιαμεσολάβητο τρόπο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *