ceb3ceb9ceb1 cf84ceb7 cf87cebfcf81cf84cebfcf86ceacceb3cebf cf84ceb7cf82 cf87ceb1cebd ceb3cebaceb1cebdceb3ceba ceb3cf81

Χαν Γκανγκ, Η χορτοφάγος, μτφρ: Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2020.

«Πριν η γυναίκα μου γίνει χορτοφάγος, ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι ήταν ένα άτομο ξεχωριστό…». Είναι η πρόταση με την οποία ξεκινάει το μελαγχολικό, όπως αποδεικνύεται στην πορεία του, μυθιστόρημα της Νοτιοκορεάτισσας συγγραφέως Χαν Γκανγκ (1970- ) ‘Η χορτοφάγος’ που αναφέρεται στην ΓιόνγκΧιε, μια συνηθισμένη καθημερινή νοικοκυρά, της οποίας η απόφαση να εξοστρακίσει από τη δίαιτά της το κρέας έχει εκπληκτικές και δραματικές συνέπειες. Η διάρθρωση του μυθιστορήματος επιτελείται και επιτυγχάνεται σε τρία μέρη, τα οποία αναφέρονται στην άποψη τριών μελών της οικογένειας που επηρεάστηκαν από την περίεργη και αιφνίδια απόφαση της ΓιόνγκΧιε. Το πρώτο μέρος αφηγείται ο κάπως μπερδεμένος σύζυγός της, Τζονγκ, και τα άλλα ο γαμπρός της και η μεγαλύτερη αδερφή της. Το μυθιστόρημα απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο ορισμένες λεπτομέρειες της οικογενειακής ζωής στη σύγχρονη Νότια Κορέα, αλλά όσο προχωρά η υπόθεση υπεισέρχονται ολοένα και περισσότεροι αλληγορικοί και αινιγματικοί υπαινιγμοί, ειδικά στην τελευταία ενότητα. Ίσως όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γενικότερη έννοια της χορτοφαγίας, δυσκολευτούν ή απορήσουν με την ακραία αντίδραση της ΓιόνγκΧιε και τις επιπτώσεις που έχει η συγκεκριμένη επιλογή στην οικογένεια της. Αλλά είναι κάτι παραπάνω από απλό μυθιστόρημα, γιατί οι προεκτάσεις του εξικνούνται πολύ πέρα από την ήπια κοινωνική κατακραυγή που αρχικά φαντάζεται ο παραπλανημένος αναγνώστης. Η Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας έχει μεγαλύτερα ζητήματα που θέλει και πρέπει να θίξει εδώ, στα οποία περιλαμβάνονται οι συνέπειες της παιδικής κακοποίησης, οι δυσμενείς παρενέργειες που προκαλούνται από τις όποιες σχέσεις χωρίς το υπόβαθρο της αγάπης, η πατριαρχία που τελικά εξαπατά και κακοποιεί τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες και, τέλος, το ζήτημα αν οι γυναίκες έχουν δικαιώματα και αξιώσεις πάνω στο σώμα τους.

Το ζήτημα της γυναικείας αυτονομίας και ανεξαρτησίας είναι μια κρίσιμη σημερινή παράμετρος, δεδομένης της εμμονικής αξίας που αποδίδουν οι γυναίκες της χώρας αυτής, αφού το έθνος σήμερα είναι από τα πρώτα στον κόσμο σε αριθμό περιπτώσεων πλαστικής χειρουργικής κατά κεφαλή, ειδικά σε νεαρές γυναίκες ηλικίας κάτω των δεκαέξι ετών. Πρόσφατα (2020), στο επιστημονικό περιοδικό Aesthetic Plastic Surgery δημοσιεύτηκε ένα ενδιαφέρον άρθρο όπου φάνηκαν κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες γι’ αυτό το φαινόμενο όχι τόσο από πλευράς στατιστικής, αλλά με σκοπό τα αποτελέσματα της μελέτης να χρησιμεύσουν ως βάση για την ανάπτυξη στρατηγικών για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων της συνεχώς αναπτυσσόμενης βιομηχανίας της αισθητικής χειρουργικής. Απώτερος σκοπός, φυσικά, η αποσαφήνιση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών των ατόμων που καταφεύγουν και αναζητούν τη βοήθεια της ιατρικής αυτής ειδικότητας. Στο μυθιστόρημα, παρά τις συνεχόμενες ερωτήσεις του συζύγου της για τη διαιτητική της συμπεριφορά, εκείνη απαντά μονίμως με τη φράση: «Είδα ένα όνειρο». Αλλά η Γκανγκ μας περιγράφει τα όνειρα της ΓιόνγκΧιε, ως βίαια, μακάβρια και πλημμυρισμένα με αίμα. Γρήγορα πληροφορούμαστε πως παρά το γεγονός ότι η υπόλοιπη οικογένειά της παραμένει αδιάφορη, η απόφαση της πρωταγωνίστριας δεν είναι η δίαιτα, ούτε υπεισέρχεται κάποια υφέρπουσα μανιοκαταθλιπτική κατάσταση. Είναι μετάνοια, εξιλέωση περισσότερο για τη φρικτή δολοφονία ενός σκύλου από τον πατέρα της, όταν εκείνος τής είχε επιτεθεί στην παιδική της ηλικία. Η γυναίκα, έκτοτε, βασανίζεται συνεχώς!

«Οι ζωές των ζώων που έφαγα έμειναν όλες εκεί. . . η ζωή τους εξακολουθεί να κολλάει πεισματικά στα εσωτερικά μου». Στην πραγματικότητα, η μόνη ‘ζωική’ θυσία στην οποία προτίθεται να προβεί η ΓιόνγκΧιε, είναι τώρα το δικό της σώμα. Αφού κόψει τον καρπό της, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε την έκταση της εξέγερσής της καθώς ξεκινά έναν εσκεμμένο αδυσώπητο κατήφορο σε λιμοκτονία. Στο τελευταίο τμήμα του μυθιστορήματος, το οποίο επικεντρώνεται στη μεγαλύτερη αδελφή της, συνειδητοποιούμε ότι αυτό που πραγματικά θέλει η ΓιόνγκΧιε είναι να γίνει φυτό ή δέντρο και τότε μόνο ο τίτλος του μυθιστορήματος αρχίζει να αποκτά νέο βάθος και νόημα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό το τελευταίο τμήμα στερείται της δράσης των δύο πρώτων, ειδικά όταν η αδελφή της την επισκέπτεται και την βλέπει σε κωματώδη κατάσταση στο ψυχιατρικό νοσοκομείο όπου έχει μεταφερθεί. Με άλλα λόγια, η τρίτη ενότητα επεκτείνει το πεδίο του μυθιστορήματος από τις περίεργες επιλογές που έκανε μια μοναχική και δυστυχισμένη γυναίκα στην αυξανόμενη συνειδητοποίηση των φρικαλεοτήτων της πατριαρχίας, την οποία τώρα δείχνει να προσπαθεί να καταπολεμήσει με τον δικό της φυσικά τρόπο. Καθώς η ΊνΧιε βλέπει τη μικρότερη αδερφή της να αρνείται όλα τα φαγητά, θυμάται στιγμές από την παιδική τους ηλικία που προτίμησε να ξεχάσει και τώρα πρέπει να ανακτήσει νέα αποθέματα δυνάμεων από τις δικές της προσεκτικές και συμβατικές επιλογές ζωής. Ωστόσο, το μυθιστόρημα κάνει ξεκάθαρο ότι οι γυναίκες δεν είναι τα μόνα θύματα από την περίεργη ιστορία. Ακόμα και ο σύζυγος της ΓιόνγκΧιε, ο ανυπόφορος κ. Τζονγκ, είναι το θύμα των δικών του χαμηλών προσδοκιών για τον γάμο του. Ο σύζυγος της ΊνΧιε, πάλι, που ασχολείται επισταμένως με την τέχνη και ο οποίος παραμένει ανώνυμος στο μυθιστόρημα, αναπτύσσει μια εμμονή με την αδερφή της γυναίκας του και τελικά καταστρέφεται από το πάθος του γι’ αυτήν.

Είναι λοιπόν η ΓιόνγκΧιε πραγματικά τρελή όπως η οικογένεια και οι γιατροί της τείνουν να πιστέψουν, ή μήπως είναι υπεύθυνη η κοινωνία γύρω της, ο βίαιος πατέρας της, η αδιάφορη αδερφή της, ο δυστυχισμένος γαμπρός της, του οποίου η σεξουαλική επιθυμία και το πάθος γι’ αυτήν είναι αδιαίρετα και συνυφασμένα με το πάθος για την τέχνη του; Η Χαν Γκανγκ δεν μας το αποκαλύπτει ποτέ. Στο αξιοσημείωτο μυθιστόρημά της, η συγγραφέας διερευνά την ασυμβίβαστη σύγκρουση μεταξύ των δύο αναπόσπαστων συνιστωσών της προσωπικότητάς μας. Της πρώτης, της άπληστης και πρωτόγονης, και εκείνης που είναι υπόλογος στην οικογένεια και την κοινωνία. Η ηρωΐδα ΓιόνγκΧιε της Χαν Γκανγκ, σταδιακά φαίνεται πως απομονώνεται συναισθηματικά. Εξελίσσεται σε κάτι που υπάρχει χωρίς νόημα, όπως ένα φυτό, και με αυτόν τον τρόπο αγνοεί τους κοινωνικούς κανόνες και κώδικες που απαιτούν καταστολή του πρωτόγονου εαυτού. Η χορτοφάγος αποτελείται, όπως είπαμε, από τρία κεφάλαια που αρχικά δημοσιεύθηκαν στην Κορέα ως ξεχωριστές εκτεταμένες ιστορίες. Η ΓιόνγκΧιε είναι φυσικά ο γεωμετρικός τόπος κάθε κεφαλαίου και όταν διαβάζουμε μαζί και τις τρεις αφηγήσεις παρατηρούμε τη διαμόρφωση ενός αυτοτελούς και ενδιαφέροντος μυθιστορήματος. Ο Τζονγκ, σύζυγος της ΓιόνγκΧιε, είναι ο αφηγητής του πρώτου κεφαλαίου. Επιλέγοντας τη σύντροφο της ζωής του ο Τζονγκ, αναζητούσε μια γυναίκα που θα ήταν σεμνή και μετριόφρων. Και τουλάχιστον στην αρχή, δεν απογοητεύεται:

«… Η γυναίκα μου ήταν λιγομίλητη. Σπάνια απαιτούσε κάτι από μένα και ποτέ της δεν έδειχνε ενοχλημένη όσο αργά κι’ αν γύριζα στο σπίτι… Όση ώρα εγώ έβλεπα τηλεόραση και χασομερούσα με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, εκείνη κλειδαμπαρωνόταν στο δωμάτιό της…. Μόνο την ώρα του φαγητού άνοιγε την πόρτα, έβγαινε από το δωμάτιό της και ετοίμαζε τα πάντα χωρίς να ανταλλάξουμε ούτε μια κουβέντα… Από την άλλη, ήμουν ευγνώμων γιατί με κούραζε και μόνο η ιδέα των γυναικών που αρκετές φορές την ημέρα παίρνουν τηλέφωνο… γκρινιάζουν και φωνάζουν και προκαλούν συζυγικούς καυγάδες…».

Όλα βεβαίως στη ζωή τους αλλάζουν όταν λόγω ενός ονείρου η ΓιόνγκΧιε, σταματάει να τρώει κρέας και συνεχίζει στην αποχή απ’ αυτό παρά την πίεση του Τζονγκ και της οικογένειάς της, χωρίς να υπαναχωρεί ακόμη και μπροστά στις δύσκολες κοινωνικές καταστάσεις που προκύπτουν. Τόσο ισχυρή, μάλιστα, είναι η χορτοφαγική πεποίθησή της, ώστε προσπαθεί να αυτοκτονήσει μετά από μια φιλονικία στην οποία ο πατέρας της χρησιμοποιεί υπερβολική σωματική δύναμη για να σπρώξει το κρέας μέσα στο στόμα της. Το δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται από την άποψη του γαμπρού της ΓιόνγκΧιε, του οποίου το όνομα δεν δίδεται στον αναγνώστη, ενός καλλιτέχνη με βασική απασχόληση τα βίντεο, ο οποίος ποτέ δεν ασχολήθηκε ούτε και έδωσε σημασία στην ΓιόνγκΧιε, μέχρι η σύζυγός του να κάνει τυχαία το σχόλιο ότι η αδερφή της έχει ένα σημάδι στο γλουτό. Από εκείνο το σημείο και μετά, το σημαδάκι αυτό γίνεται κύρια εμμονή του ώστε να το ενσωματώσει στην τέχνη του. Το τελευταίο κεφάλαιο πραγματοποιείται τρία χρόνια μετά την έναρξη του μυθιστορήματος. Η ΓιόνγκΧιε, νοσηλεύεται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο και η αδερφή της, ΊνΧιε, είναι το μόνο μέλος της οικογένειας που δεν την έχει εγκαταλείψει. Σε αυτό το σημείο η ΓιόνγκΧιε, αρνείται όλα τα φαγητά, αναγκάζοντας την ΊνΧιε να αισθάνεται μόνη και αβοήθητη απέναντι στην αυτοεπιβαλλόμενη ασιτία της αδερφής της. Η ΊνΧιε, όμως, βιώνει τη δική της συναισθηματική κρίση όταν, παρακινούμενη από ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο, εγκαταλείπει τον άντρα και τον μικρό της γιο μια νύχτα ενώ αυτοί κοιμούνται.

Εκτός από την πολύ ευφάνταστη πλοκή του, αυτό που ξεχωρίζει στο μυθιστόρημα είναι η ζωτικότητα και ο αισθησιασμός της γραφής της συγγραφέως, τα οποία μεταβάλλονται ποικιλοτρόπως:

«… Πρώτα σήκωσε τα μαλλιά που έπεφταν πάνω από τους ώμους της και μετά ξεκινώντας από τον αυχένα της, άρχισε να ζωγραφίζει. Μισάνοιχτα μπουμπούκια, κόκκινα και πορτοκαλιά, άνθισαν θαυμάσια πάνω στους ώμους και στην πλάτη της, και λεπτά βλαστάρια ελίσσονταν προς τα κάτω στο πλάι της. Όταν έφτασε στον δεξιό γλουτό, ζωγράφισε ένα ολάνθιστο μωβ λουλούδι με έναν παχύ, ζωηρό κίτρινο ύπερο που προεξείχε από το κέντρο. Άφησε τον αριστερό γλουτό της, που είχε τη μογγολική κηλίδα, χωρίς καμία διακόσμηση. Αντίθετα, χρησιμοποίησε ένα μεγάλο πινέλο για να καλύψει την περιοχή γύρω από μπλε σημάδι με μια απόχρωση ανοιχτού πράσινου, πιο ανοιχτόχρωμου από το ίδιο το σημάδι έτσι ώστε το τελευταίο να ξεχωρίζει σαν την αμυδρή σκιά ενός λουλουδιού. Κάθε φορά που το πινέλο ερχόταν σε επαφή με το δέρμα της, εκείνος αισθανόταν τη σάρκα της να τρέμει ελαφρά σαν να τη γαργάλαγε και τον έπιανε ρίγος. Δεν ήταν διέγερση, ήταν περισσότερο μια αίσθηση που κέντριζε κάτι βαθύ μέσα στο μεδούλι του, που τον διαπερνούσε σαν ηλεκτρικό σοκ εκατοντάδων χιλιάδων βολτ…».

Αρκετές φορές στο κείμενο, η αίσθηση της σιωπής διαπερνά δραματικά τον αναγνώστη. Στο μυθιστόρημα, όλα τα αδέρφια και οι σύζυγοι αδιαφορούν ο ένας για τον άλλο. Αφού η ΊνΧιε εγκαταλείψει τον σύζυγό της, εξομολογείται πως δεν είχε ποτέ καταλάβει την αληθινή φύση του συζύγου της, αφού συνήθως όταν βρίσκονταν μαζί, επικρατούσε ανάμεσά τους εκείνη η αδιαπέραστη σιωπή. Στην πραγματικότητα, παραδέχεται, ότι πριν τον γνωρίσει, ουδόλως είχε συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε τομέας τέχνης που να ασχολείται με τα βίντεο. Η αποτυχία κατανόησης των ανθρώπων με τους οποίους συμβιώνουμε ή βρισκόμαστε κοντά, είναι ένα βασικό θέμα του μυθιστορήματος. Εδώ αξίζει να τονίσουμε μια λεπτομέρεια. Η συγγραφέας δεν δίνει λόγο στον κατ’ εξοχήν κύριο χαρακτήρα του κειμένου, αλλά αφήνει να ξετυλιχτεί η ιστορία με τα μάτια και τα συναισθήματα του συζύγου, της αδερφής και του γαμπρού της ΓιόνγκΧιε. Η αδυναμία όλων αυτών να γνωρίσουν αληθινά την ΓιόνγκΧιε, οδηγεί σε απογοήτευση και τελικά αποξένωση και απομόνωση. Ίσως μόνο η ΊνΧιε να βλέπει με κάποια συμπάθεια τις επιλογές της ΓιόνγκΧιε, εν μέσω της προσωπικής της κρίσης. Το προκλητικό μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ θέτει αυτά και πολλά άλλα θέματα υπό συζήτηση που αφορούν την ανθρώπινη φύση και ειδικά την ανεξαρτησία και αυτονομία του κάθε ατόμου πάνω στο σώμα του. Κι’ ένας τρόπος να ανακτήσει η ΓιόνγκΧιε τον έλεγχο του σώματός της, είναι να κόψει τις φλέβες της. Ο άλλος είναι ο απόλυτος έλεγχος της σεξουαλικότητάς της τοποθετώντας το σώμα της ως εργαλείο αντίστασης παρά τους επανειλημμένους βιασμούς που υφίσταται από τον σύζυγό της. Αργότερα, φυσικά, χρησιμοποιεί το σώμα της κατά το δοκούν. Κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος, όμως, παρακολουθούμε την πολύπλευρη πορεία της ειδικά όταν εκφράζει την επιθυμία να μετατραπεί, μεταφορικά και κυριολεκτικά, σε φυτό, συμβολίζοντας την προσπάθειά της να ξεφύγει από την οργή και τη βίαιη συμπεριφορά των ανθρώπων, αν και οι προσπάθειές της τελικά αποδεικνύονται μάταιες. Καταλήγοντας, το βιβλίο αναγνωρίζει την καταστροφική φύση του ανθρώπινου είδους. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη σύγχρονη Σεούλ της Νότιας Κορέας, μια κοινωνία που εξακολουθεί να είναι βαθιά βουτηγμένη στις παραδόσεις της. Έτσι, από αυτής της πλευράς, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η Γκανγκ εξετάζει την καθιερωμένη ακαμψία του συμπεριφέρεσθαι μέσα σε μια συμβατική, παραδοσιακή και πατριαρχική κοινωνία.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

copy

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *