ceb3ceb9ceb1 cf84ceb7cebd cf80cebfceb9ceb7cf84ceb9cebaceae cf83cf85cebbcebbcebfceb3ceae cf84ceb7cf82 ceb4ceb9cf8ecebdceb7cf82 ceb4ceb7

 Για την ποιητική συλλογή 

της Διώνης Δημητριάδου

«Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» (εκδ. ΑΩ) 

γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, της Διώνης Δημητριάδου (bookpress.gr)



Η Διώνη Δημητριάδου στην τρίτη ποιητική συλλογή της με τίτλο Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή στοχάζεται και πάλι τα δύσκολα και δισεπίλυτα της ζωής, την ασχήμια και την αγριότητα του μέσα και του γύρω μας, εστιάζοντας κυρίως στο σκοτεινό του ψυχισμού μας και στη μοναξιά και την αγριότητα του κόσμου του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στην οποία η αγριότητα της ζούγκλας ωχριά. Το καλαίσθητο εξώφυλλο κοσμείται από το «Head of a girl», του Leonardo da Vinci, για κάποιους το «πιο όμορφο σχέδιο στον κόσμο», σε αντιπαράθεση αλλά και αντίστιξη με την ανθρώπινη ασχήμια.

Ο Λύκος αρχετυπική έννοια του κακού από τη μυθολογία μέχρι σήμερα, με κάποιες λογοτεχνικές προσπάθειες, ειδικά στην παιδική λογοτεχνία, ανατροπής του στερεότυπου του κακού λύκου. Στη μυθολογία υπάρχει και το αρχέτυπο της Λύκαινας Λούπα που θήλασε τους Ρωμύλο & Ρώμο, τους ιδρυτές της Ρώμης και του πολιτισμού της, που ίσως δεν θα επιβίωναν χωρίς τη φροντίδα της.

Το ύφος της Δημητριάδου χαρακτηρίζεται από καθαρότητα, από ήθος και πρόθεση ενδοσκοπικής καταβύθισης, από κοινωνική ευαισθησία και βαθιά έγνοια για το συλλογικό καλό, ανησυχία και αδιέξοδο – ύφος στοχαστικό με πλούσιο διακείμενο. Ο λόγος λιτός κι απέριττος, με εικονοπλασία και μεταφορές, πεζόμορφος ή σε ελεύθερο στίχο και ρυθμό που πηγάζει από τη δημοτική ποίηση και αγγίζει τον αναγνώστη. Λόγος με ποιητική πύκνωση που εκφέρεται με αιχμηρότητα και αυστηρή ευθυκρισία προς τον εαυτό και τον Άλλον.


Στο κομβικό ποίημα «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή», απ’ όπου και το τίτλος της συλλογής, η ποιήτρια αναζητά τον άνθρωπο ανάμεσα στον θεό και το θηρίο και προσπαθεί να μας υποψιάσει για το ανάπηρο και λειψό από ήθος ποίημα και τον ενδεχόμενο κίνδυνο δίχως λόγο και ήθος να οδηγηθούμε στον πολιτισμικό θάνατο και στην αυτοκαταστροφή.

Η συλλογή αποτελείται από τριάντα τρία ποιήματα (κάποια με επιμέρους ποιήματα), μεταξύ των οποίων τα εννιά είναι πεζόμορφα περάσματα του Λύκου που λειτουργούν ως πόρτες στις ενδοψυχικές αναζητήσεις και ως γέφυρες ενοτήτων, ενώ τα τρία αποτελούν ρήσεις προφητείας, τα οποία έχουν για τίτλο την αρίθμησή τους.

 

Ο Λύκος της Δημητριάδου ως άλλος λυκάνθρωπος, Λύκος της στέπας παλεύει ν’ αποκτήσει αυτογνωσία, να πετύχει ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και το διαπροσωπικό, καθώς και τον περιβάλλοντα κόσμο, ανάμεσα στο πνευματικό και την ανθρώπινη εγγύτητα, ωστόσο τα εννιά περάσματα καταδεικνύουν και καταγράφουν την ατέρμονη μοναξιά και απελπισία του, την ανελέητη αγριότητα όχι μόνο του ανθρώπου και του τόπου του, αλλά ακόμη και του ίδιου του θεού του. Ο Λύκος άλλοτε μένει άναυδος, άλλοτε φοβάται και θυμώνει απεκδύοντας τον Λυκάνθρωπο μέσα μας και γύρω μας.

Οι τρεις προφητείας ρήσεις: «Στάλα νερό δεν προνοήσαμε / σε άδεια πιθάρια θα μας θάψουν» (σ. 16), «για όλο το αίμα που θα πνίξει / όσους λαθέψανε γυρεύοντας αναίτια τη φυγή» (σ. 36) και «Τρισέρημος / μονήρης εν τω βίω / αποσυνάγωγος των θλίψεων / ο μόνος εν ζωή αμαρτωλός» (σ. 57), σκιαγραφούν τη δυστοπία της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Η συλλογή περιέχει ποιήματα ποιητικής που αγγίζουν ζωτικά θέματα, τίθενται ερωτήματα και δίνουν το στίγμα της θεώρησης της ποιήτριας όπως στο ποίημα «Σπαρμένο νάρκες το τοπίο», που παραθέτουμε στο τέλος.

Όλα τα ποιήματα φέρουν τίτλο εκτός από το τελευταίο που είναι άτιτλο, πριν από το οποίο παρεμβάλλεται μια κενή σελίδα. Εύλογο το ερώτημα γιατί να παρεμβάλλεται η κενή σελίδα. Ενδέχεται να παραπέμπει στη σιωπή των αμνών, να συμβολίζει την ποιητική σιωπή ίσως ή μάλλον το κενό. Το δε τελευταίο ποίημα λες και αφορά σε έναν εκτός συλλογής επιλογικό διάλογο του Λύκου με το ποιητικό υποκείμενο, όπου το ερώτημα του ποιητικού υποκειμένου εκφράζει αμυντικό θυμό και κάποια αντίσταση.


Η Διώνη Δημητριάδου αφήνει στην άκρη τη λίμπιντο, το ένστικτο ζωής και εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο ένστικτο θανάτου του ψυχισμού μας. Παράλληλα ανοίγει κάποια αναλαμπή με την αναφορά στην παιδική ηλικία και τα ποιήματα ποιητικής. Σκιαγραφεί το σκοτεινό στον ανθρώπινο ψυχισμό και στον κόσμο του με πολύ ζοφερά χρώματα, σε βαθμό που το χρώμα χάνεται. Η ποιητική συλλογή αφορά την ανάγκη έκφρασης της υπαρξιακής αγωνίας και της έγνοιας για τα ανθρώπινα του ποιητικού υποκειμένου και την ανάγκη ανάδρασης, την προσπάθεια αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας, προσπάθεια αφύπνισης ίσως και αντίδρασης ή έστω αντίστασης απέναντι στον εσωτερικό λύκο μας. Τα αισθήματα ενοχής και συνευθύνης βαραίνουν όλους μας. Υπό αυτήν την έννοια το επιλογικό ποίημα μπορεί να εκληφθεί ως κάποια άμυνα και αντίσταση στον εσωτερικό μας Λύκο, καθώς όλα από εκεί ξεκινούν και μετά απλώνονται και στις κοινωνικές συλλογικότητες.

Χρειάζεται ψυχικό σθένος για ν’ αντέξει κανείς να ανασκαλέψει και να γράψει για εκφάνσεις του πραγματικού λύκου μέσα μας και γύρω μας. Το ψυχικό φορτίο που επωμίζεται η ποιήτρια πάει τους συνειρμούς μου στον ρωμαϊκό μύθο. Θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε ότι η ποίηση λειτουργεί ως πνευματική τροφός- ιχνηλάτης στην αναζήτηση ενόρασης του εαυτού και του κόσμου μας. Δηλαδή η ποίηση σε ρόλο πνευματικής τροφού, σε αντιστοιχία με τη Λύκαινα Λούπα-τροφό των Ρωμύλου & Ρώμου, μια ελάχιστη προσπάθεια, ένα ελάχιστο ταρακούνημα μπρος στον καθρέφτη μας, μια κάποια ελάχιστη αντίδραση, μια κάποια αντίσταση, ένα κάποιο φρένο στα ζοφερά… αιθεροβάμων θα μου πείτε, καθώς επικρατεί η άποψη πως η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε… αλλά ποιος ξέρει… Θεωρούμε ότι η όποια ελάχιστη έστω αλλαγή θα μπορούσε να αρχίσει παλεύοντας πρωτίστως για την αλλαγή μέσα μας κι αυτό μπορεί να γίνει μέσα από τη γνώση, τη βιωμένη εμπειρία και τη μνήμη, μέσα από ψυχοθεραπευτικές διεργασίες αλλά και μέσα από το άγγιγμα και τα ελέη της ποίησης και της αναζήτησής της στη γραφή, στην ανάγνωση και στη ζωή.


ΣΠΑΡΜΕΝΟ ΝΑΡΚΕΣ ΤΟ ΤΟΠΙΟ

«Καθώς εισέρχεσαι στον χώρο τον ιερό
– μια που φωνές πολύ πιο πριν απ’ τη δική σου
καθαγιασμένο τον ορίσανε –
προσέχεις πολύ τα βήματά σου
μήπως βρεθούν επί πτωμάτων
κάποια απειλή κάτω απ’ το πέλμα
νιώθεις κρυφά να σε ταράζει
κι έτσι μετέωρος
αφήνεσαι στο τυχερό ή άτυχό σου βήμα
όσοι σε δουν δεν νιώθουν δεν νοούν
σε ναρκοπέδιο πως βρίσκεσαι
γι’ αυτό σε λοιδορούν για άτολμο
μα σου χρεώνουν και σκέψεις δολερές
γι’ αυτό καλύτερα λες
εδώ να σείομαι αθώος στην οδύνη μου
παρά να υπηρετώ αφεντάδες τάχα υψιπετείς
που ορέγονται να σπέρνουν νάρκες
αφήνοντας το ποίημα ατελές
όχι στον στίχο μα στο ήθος».

images%2B2



Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *