ceb3ceb9ceb1 cf84ceb7cebd cf80cebfceafceb7cf83ceb7 cf84ceb7cf82 ceb1cf83ceb7cebcceafcebdceb1cf82 cebeceb7cf81cebfceb3ceb9ceaccebdcebd

Κάθε συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων ενός λογοτέχνη αποτελεί μιαν άριστη ευκαιρία για τον αναγνώστη ή τον μελετητή να έρθει σε επαφή και να περιηγηθεί στο σύνολο της πνευματικής παραγωγής του συγγραφέα για να διαμορφώσει έτσι μιαν ολοκληρωμένη εικόνα όχι μόνο για την ποίηση, αλλά και για την ποιητική του, όπως μπορεί να νοηθεί ο ιδιαίτερος τρόπος που αυτός έχει για να προσεγγίζει την τέχνη του και για να διαμορφώνει την τεχνική του. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιχειρηθεί και να επιτευχθεί στην περίπτωση της ποιήτριας Ασημίνας Ξηρογιάννη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο που περιλαμβάνει ποιήματα μιας οκταετίας, αρχής γενομένης από το 2009 έως το 2017. Το βιβλίο συγκροτείται από πέντε ποιητικές συλλογές – Η προφητεία του ανέμου, Πληγές, Εποχή μου είναι η Ποίηση, Λίγη φθορά για γούρι, 23 ημέρες – οι οποίες δίνουν μια ξεκάθαρη εικόνα όχι μόνο των θεματικών της αφορμήσεων και αφορμών, ούτε μόνο της στιχουργίας τους, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο στήνει τα ποιήματά της και καθοδηγεί τη γραφίδα της, αλλά και του τρόπου με τον οποίο τόσο οι θεματικές όσο και η στιχουργική της πράξη και πρακτική εξελίχθηκαν, διαμορφώθηκαν και απέκτησαν τον δικό τους χαρακτήρα και τα δικά τους γνωρίσματα.

Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κάποιος που θα περιηγηθεί στα ποιήματα των συλλογών είναι ότι πρόκειται για μια ποίηση άμεση, οικεία, σίγουρη για την επικοινωνιακή της λειτουργία και διάσταση, για τη διάνοιξη δρόμων προς την αναγνωστική συνείδηση που αποδεικνύονται ευκολοδιάβατοι. Η Ξηρογιάννη δεν δημιουργεί προσκόμματα στην πρόσληψη της στιχουργίας της. Ίσα ίσα που η γλώσσα της ξετυλίγεται απρόσκοπτα, αβίαστα, εντελώς φυσικά και οι λέξεις παίρνουν το δρόμο τους για να μεταμορφωθούν σε ποίημα. Γιατί αυτή ακριβώς είναι και η ιδιαιτερότητα του ποιητικού της λόγου, το γεγονός δηλαδή ότι ακροβατεί με άκρα επιδεξιότητα ανάμεσα σε ένα πρωτογενές γλωσσικό υλικό και στην ποιητικότητα, ανάμεσα σε μια έκφραση ανοιχτή, γνώριμη, απλόχερη και οικεία και σε μία λογοτεχνικότητα που είναι καίρια και δραστική ακριβώς επειδή στηρίζεται στην απλότητα και στο απροσποίητο της έκφρασης: Ένα «θέλω» με βασανίζει χρόνια τώρα./ «Θέλω» πολύπλευρο, πλουραλιστικό, πολυδιάστατο./ Το κουβαλώ μαζί μου κι όταν δεν θέλω./ Θέλω δεν θέλω εκείνο με κυνηγά./ Μου αρέσει μα φοβάμαι κιόλας./ Μήπως αυτό το «θέλω» ποτέ δεν το μπορέσω. («Παράξενη αποσκευή»). Είναι μια βαθιά αντίληψη για την τέχνη αυτή που βλέπει στον λόγο την ίδια την ποίηση, στις λέξεις την ποιητικότητα, στην ύλη τους την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Η λεκτική αυτή προσέγγιση στον τρόπο με τον οποίο συντίθεται και λειτουργεί το ποίημα συνεπικουρείται από τον ελεύθερο στίχο στον οποίο η Ξηρογιάννη επιλέγει να διοχετεύσει την ποιητική της σκέψη και έκφραση. Η ελευθερία αυτή ταιριάζει και υπηρετεί με άκρα αποτελεσματικότητα την ανάδυση της ουσίας, την εισχώρηση στον πυρήνα του ποιητικού λόγου, στην ιδέα που καθοδηγεί την όλη σύνθεση.

Η ποίηση της Ξηρογιάννη είναι, κατά βάση, μια ποίηση αυτοαναφορική. Ενδεικτική προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η εκτεταμένη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου και η περιστροφή της σύνθεσης γύρω από το προσωπικό βίωμα, την οπτική και την αντίληψη ή ακόμα και το πάθος: Ξεσκίζω τη γαλήνη μου/ την άνευρη ζωή μου./ Και απλώνομαι./ Και πάω./ Στο ταξίδι των περιπλανήσεων/ των αποπλανήσεων τα χνάρια ακολουθάω. Ακόμα και στα ποιήματα στα οποία η ποιήτρια μιλά σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, στην πραγματικότητα απευθύνεται στον εαυτό της, εν είδει διαλόγου, που ανοίγει και διεξάγεται με τον εσώτερο εαυτό της, με όλα όσα κρύβει στην ψυχή της, όλα αυτά που συγκροτούν το είναι και το γίγνεσθαί της. Βεβαίως, το «εγώ» του ποιητικού υποκειμένου και η τοποθέτησή του στον πυρήνα του ποιητικού προβληματισμού και προσανατολισμού, δεν σημαίνει ότι η ποιήτρια παύει ή αποφεύγει να εκφράσει την άποψή της για θέματα κοινωνικοπολιτικά, θέματα της επικαιρότητας, προβλήματα που ταλάνισαν τους ανθρώπους κυρίως της γενιάς της. Ο προβληματισμός αυτός, αντίθετα, προβάλλει με ιδιαίτερη ένταση και θέρμη σε αρκετά από τα ποιήματα, ούτως ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για μία ποίηση κοινωνική, μία ποίηση της οποίας η στόχευση είναι η κριτική, η καταγγελία και η αναμόρφωση με τους όρους πια που η ίδια η τέχνη θέτει. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που σφραγίζει ανεξίτηλα την ποίηση της Ξηρογιάννη, η βαθιά ριζωμένη δηλαδή πίστη στην τέχνη της στην οποία προσδίδει τις ιδιότητες ενός φαρμάκου για κάθε άλγος, για καθετί οδυνηρό, άσχημο ή νοσηρό στοιχειώνει την ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Για την ακρίβεια, η ποίηση δεν είναι ακριβώς το φάρμακο ή η γιατρειά – κάτι που θα την καθιστούσε περιθωριακή και ευκαιριακή – αλλά, αντίστροφα, ένα είδος αρρώστιας που εφορμά και εισδύει στην ψυχή της ποιήτριας και την καθιστά εφ’ όρου ζωής αφοσιωμένη και πιστή σε αυτήν. Η Ξηρογιάννη δεν παύει στιγμή να διαδηλώνει την πίστη της αυτήν στην τέχνη του ποιητικού λόγου όχι μόνο γιατί εμπιστεύεται τη δύναμη και τη δυναμική του σε προσωπικό επίπεδο, στο επίπεδο δηλαδή της ατομικής αποσυμφόρησης, λύτρωσης και διεξόδου, αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής βελτίωσης και αναβάθμισης, εκεί όπου η ποίηση δεν είναι πια επιθυμία, αλλά, στην κυριολεξία, ανάγκη: Μπορεί η ποίηση να χωρέσει/ την εθνική μας κατάθλιψη;/ Η Ποίηση είναι μια πολυτέλεια/ σε τέτοιους καιρούς, θα πεις./ Κι όμως, μπορεί να είναι δρόμος./ Και δεν είναι σφάλμα ότι ακόμα ελπίζουμε./ Η Ιστορία μας το απαιτεί./ Εν τέλει τι σημασία έχει ποιος θα μας παρηγορήσει;/ Το θέμα είναι να παρηγορηθούμε κάπως.

Με έναν τρόπο παράδοξο και ενώ η αισθητική απόλαυση που αποκομίζει ο αναγνώστης από την ποίηση της Ξηρογιάννη είναι δεδομένη και αναμφισβήτητη, η τέρψη της ψυχής και της συνείδησής του αδιαπραγμάτευτη, φαίνεται πως η αισθητική αυτή ευχαρίστηση είναι στενά συνυφασμένη με την πειθώ, με μια διάθεση δηλαδή και τάση της ποιήτριας να αφυπνίσει και να προσανατολίσει προς την κατεύθυνση της ενατένισης της ποίησης ως πράξης και όχι, απλώς και μόνο, ως λόγου, έστω και τεχνουργημένου καλλιτεχνικά. Πράγματι, τα περισσότερα από τα ποιήματα που συναποτελούν την παραγωγή της οκταετίας αυτής εμφορούνται από ένα πνεύμα επαναστατικό θα έλεγε κανείς, από μία αύρα δυναμισμού που μεταδίδεται και περνά στον αναγνώστη σαν πνοή ζωής, σαν πνοή ποίησης, σαν πνοή δημιουργίας. Είναι από τις λίγες ίσως φορές στη νεοελληνική ποίηση που η πειθώ, όχι βέβαια ως επιχειρηματολογία, αλλά ως μετάγγιση της ορμής, του πάθους και της ενέργειας ενός πνεύματος που βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, ενυπάρχει τόσο αποτελεσματικά και αναπόσπαστα, κινεί, κατά βάση, το ίδιο το έργο: Ξεδίπλωσε τα χέρια σου/ Απλώσου/ Το πρόσωπο ν’ ανθίσει/ Φέρε κοντά την Άνοιξη/ Κοντά φέρε την Άνοιξη/ Και χάρισέ της/ της θάλασσας την αύρα/ – Σαν μικρός θεός –/ Και το γαλάζιο/ χάρισέ της («Φέρε κοντά την Άνοιξη»). Πρόκειται ουσιαστικά για μία απόπειρα επικοινωνίας των πεποιθήσεων της ποιήτριας μέσω της τέχνης, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση καθίσταται απλώς και μόνο το όχημα. Ίσα ίσα που η ποιητική έκφραση μαζί με το μήνυμα ενοποιούνται και συμπλέκονται σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι αρκετά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το ένα από το άλλο. Σημαινόμενο και σημαίνον, δηλαδή, ταυτίζονται και συνυπάρχουν εκβάλλοντας σε ένα ποιητικό αποτέλεσμα που και την αρτιότητα του καλλιτεχνικού έργου διατηρεί, αλλά και τη διαύγεια, την καθαρότητα, τη λάμψη του περιεχομένου. Αυτό μάλιστα γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο στα ολιγόστιχα ποιήματα της Ξηρογιάννη τα οποία ακριβώς λόγω έκτασης μπορούν και αναδεικνύουν ευκρινέστερα και την καλλιτεχνική επεξεργασία στην οποία έχουν υποβληθεί, την απόσταξη και τη συμπύκνωση του ποιητικού λόγου, αλλά και την ουσία, το κίνητρο και τη στόχευση της ποιητικής σκέψης: Αναζητούσα τα κομμάτια μου,/ μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Mark Rothko. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

176672704 2012535305555944 1207383130975621791 n

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *