ceb1cf81cebdceb7cf84ceaecf82 cebbceadcebeceb7 cf84ceb7cf82 ceb5cf80ceb9cebaceb1ceb9cf81cf8ccf84ceb7cf84ceb1cf82

Πλησιάζει ο Δεκέμβριος, η εποχή των απολογισμών, και εκτός απροόπτου το ιστολόγιο θα διοργανώσει και φέτος τον διαγωνισμό για τη Λέξη της Χρονιάς, για δωδέκατη φορά (ζωή νάχουμε). Δεν ξέρω ποια λέξη θα πρωτεύσει φέτος, αλλά βέβαια θεωρώ σίγουρο πως θα έχει κάποια σχέση με την πανδημία.

Μια από αυτές τις λέξεις, που υπήρχε ήδη, αλλά έχει πάρει νέο σημασιακό εύρος και νέα διάδοση φέτος, είναι και ο αρνητής.

Βλέπω, ας πούμε, σε σημερινές ή πρόσφατες ειδήσεις:

Συνελήφθη ο αρνητής δικηγόρος. Γιατί αφέθηκε ελεύθερος ο αρνητής δικηγόρος. Πέθανε από κορονοϊό 57χρονος αρνητής στον Βόλο. Αδιόρθωτος ο πατέρας αρνητής στις Σέρρες.

arnitisΣε όλες αυτές τις περιπτώσεις, δεν προσδιορίζεται τι αρνείται ο αρνητής, ξέρουμε όμως ότι η άρνησή του έχει σχέση με την πανδημία και τα σχετικά μέτρα, το εμβόλιο, τα τεστ, την υποχρέωση για μασκοφορία κτλ. Πολύ συχνά άλλωστε δηλώνεται ρητά -ας πούμε η φωτογραφία που βλέπετε είχε λεζάντα «Ρασοφόρος αρνητής του εμβολίου διέκοψε τη σύνδεση…». Ή: Από ένθερμος αρνητής του κορονοϊού, ο … έγινε πιστός οπαδός των μέτρων και της προφύλαξης.

Σύμφωνα με το ΛΚΝ, αρνητής (θηλυκό: αρνήτρια) είναι «αυτός που αρνείται κάτι από πεποίθηση ή από χαρακτήρα: ~ της θρησκείας / της πατρίδας / των αξιών. ~ των φίλων / της αγάπης / του έρωτα. Στη σημερινή εποχή πλήθυναν οι αρνητές των αξιών του παρελθόντος. ~ στράτευσης.»

Προσέξτε τον τελευταίο όρο: αρνητής στράτευσης. Πράγματι, τις προηγούμενες δεκαετίες, η βασική χρήση του όρου «αρνητής» αφορούσε εκείνους που αρνούνταν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Υπήρχε μάλιστα και ο όρος «ολικός αρνητής», για όσους αρνούνταν και την εναλλακτική θητεία, που είχε θεσπιστεί απο μια περίοδο και μετά αντί για την ένοπλη. Ωστόσο, να προσέξουμε ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιόταν ολόκληρος ο όρος (δηλ. αρνητής στράτευσης) και σπάνια συντομευόταν σε «αρνητής» σκέτο.

Να επιστρέψουμε στο σήμερα. Tις τελευταίες μέρες, η λέξη «αρνητής» είναι πολύ της μόδας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αρχή έγινε μάλλον από μια είδηση που κυκλοφόρησε, ότι παρουσιάστηκαν και «αρνητές απογραφής», δηλαδή, όπως έγραψα χτες, κάποιοι πολίτες που αρνούνται να απογραφούν επειδή φοβούνται ή θεωρούν ότι η απογραφή έχει ανομολόγητους σκοπούς («μετράνε για να μας φέρουν και άλλους μέσα στα σπίτια μας»). Και επαναλαμβάνω πως δεν ξέρω πόση έκταση έχει το φαινόμενο αυτό -υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο όλος ο θόρυβος να έχει γίνει από δυο αναρτήσεις στο Φέισμπουκ.

arnnnnΑνεξάρτητα όμως από την έκταση του φαινομένου, οι «αρνητές απογραφής» έδωσαν αφορμή να εκφραστεί το ανώνυμο χιούμορ, καθώς έγιναν διάφορα ευφυολογήματα, και εμφανίστηκαν μιμίδια όπως αυτό της φωτογραφίας, που μόλις μου το έστειλε φίλος.

Ο Ηλ. Μόσιαλος αυτοχαρακτηρίστηκε «αρνητής παραπληροφόρησης, ένα μιμίδιο εμφάνιζε τον δήμαρχο Αθηναίων ως «αρνητή οδού Πανεπιστημίου» και κάποιος παραπονέθηκε ότι το αφεντικό του είναι «αρνητής της έγκαιρης καταβολής του μισθού μου». Kι εγώ, να πω την αμαρτία μου, χαρακτήρισα «αρνητή χιούμορ» έναν (οΘντκ) κωμικό που έκανε ένα κρύο αστείο για την επέτειο του Πολυτεχνείου, ενώ σε χτεσινό σχόλιο ο φίλος μας ο ΣΠ μίλησε για «αρνητές του ημερολογίου».

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε πρέπει να πούμε και δυο λόγια για την ιστορία της λέξης. Προφανώς, ο αρνητής παράγεται απο το ρήμα «αρνούμαι», που είναι αρχαίο, ήδη ομηρικό, ινδοευρωπαϊκής αρχής. (Δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το αρνί, παρόλο που στη λαϊκή αντίληψη η παρετυμολογία υπάρχει, αν σκεφτούμε τον δημοτικό στίχο «αρνί έφαγες μ’ αρνίστηκες, ρίφι κι εξέχασές με»).

Πρώτη φορά στη γραμματεία εμφανίζεται ο αρνητής στην Απόκρυφη Αποκάλυψη, γραμμένη την ίδια περίπου εποχή με την Αποκάλυψη του Ιωάννη: τότε φανήσεται ἀρνητὴς καὶ ἐξορισμένος ἐν τῇ σκοτίᾳ, λεγόμενος ἀντίχριστος. Οι επόμενες εμφανίσεις αργούν αρκετούς αιώνες, εμφανίζονται στα βυζαντινά χρόνια, στον 8ο-9ο αιώνα. Το θηλυκό, αρνήτρια, σύμφωνα με την καταγραφή του Κουμανούδη, το 1832 (στο λεξικό του Σομαβέρα, όμως, το 1709, υπάρχει ο τύπος αρνήτρια όπως και λαϊκοί θηλυκοί τύποι).

Να επισημάνουμε τον λαϊκό πληθυντικό «οι αρνητάδες», που εμφανίζεται, ας πούμε, στον Πόλεμο της Τρωάδος:

«Ἄρχοντες», λέγει, «πῶς οὐ μὴ ξένοι εἶσθε καὶ ἀρνητάδες,
ὅταν μὲ συμβουλεύετε τέτοιον πρᾶγμα νὰ ποίσω;»

και τον χρησιμοποιεί και ο Βάρναλης σε κάποιο δοκίμιό του, όπου χαρακτηρίζει έτσι, Αρνητάδες, τον Αποστολάκη και τους περί αυτόν.

Στα νεότερα χρόνια, εκτός από τους αρνητές στράτευσης, ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους αρνητές του ολοκαυτώματος, τους ακροδεξιούς αναθεωρητές «ιστορικούς» -για να αποδώσει τον γαλλικό όρο négationniste. συνήθως με προσδιορισμό («αρνητής του Ολοκαυτώματος»). Απ’ όσο ξέρω, το γαλλ. négationniste δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε σχέση με την πανδημία.

Προχτές, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, είδαμε στην τηλεόραση έναν από τους συνεπέστερους αρνητές νεκρών, που υποδύεται τον υπουργό Ανάπτυξης, να επαναλαμβάνει το σόφισμα ότι δεν υπήρξαν νεκροί μέσα στο Πολυτεχνείο (φέτος όμως, πρόσθεσε τουλάχιστον «αλλά στους γύρω δρόμους»). Και χτες ακούσαμε τον πρωθυπουργό στο δωδέκατο, αν μέτρησα καλά, διάγγελμά του, να εμφανίζεται ως αρνητής αυτοκριτικής, αφού ούτε μία στιγμή δεν αναγνώρισε κάποια αδυναμία στη διαχείριση της πανδημίας, σε πλήρη άρνηση και της πραματικότητας εδώ που τα λέμε. Μπλέξαμε με τους αρνητές….

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *