ceb1cf81ceb3cf8dcf81ceb7cf82 ceb6ceaecebbcebfcf82 ceb1cf80cebfcf83cf80ceaccf83cebcceb1cf84ceb1 ceb1cf80cf8c cebcceb9ceb1 cf83cf85cebd

Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, όσοι ήμασταν έφηβοι ή νέοι στις δεκαετίες του 70 και του 80, ο Αργύρης Ζήλος ήταν η πιο έγκυρη φωνή στον χώρο της μουσικοκριτικής. Κάποιοι τον ακολουθούσαν πιστά σε ό,τι κι αν έλεγε, άλλοι τον αντιπαθούσαν, όλοι όμως τον έπαιρναν υπόψη τους.

Ακόμα, ο Ζήλος, μέσα από τα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε, και κυρίως μέσα από τον Ήχο, όχι μόνο συνέβαλε στο να διαμορφωθεί το μουσικό γούστο μιας γενιάς, αλλά και επηρέασε μια σειρά από νεότερους, μαθητές του να πούμε, που επίσης ασχολήθηκαν με τη μουσικοκριτική και με τα μουσικά μας πράγματα.

Είχα τη μεγάλη χαρά να γνωρίσω τον Αργύρη Ζήλο το 1983 ή 1984. Μας σύστησε ο Αντώνης ο Φράγκος που ήταν τότε στη ροκ φράξια του ΚΚΕ. Μου είπε να του γράψω κάτι για να δει αν ξέρω να γράφω, εγώ του έγραψα κάτι άλλο -μια κριτική, θυμάμαι, για το Ενέχυρο του Δήμου Μούτση και για κάποιον δισκο του Μπάμπη Γκολέ. Του άρεσε του Ζήλου ο τρόπος που έγραφα κι έτσι με πήρε στον Ήχο, όπου έγραφα για το ελληνικό τραγούδι. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία, συν τοις άλλοις επειδή είχα την ευκαιρία να συζητάω με τον Αργύρη, ενώ επίσης πλούτισα τη δισκοθήκη μου με δεκάδες δίσκους βινυλίου -καθιέρωσα μάλιστα τη στήλη «Με δυο λόγια» όπου σχολίαζα πιο σύντομα τους όχι πολύ αξιόλογους δίσκους.

Δυστυχώς αυτό δεν κράτησε όσο θα ήθελα, διότι πήγα φαντάρος (Αργότερα συνέχισα για λίγο την κριτική δίσκων αλλά πλέον στον Ριζοσπάστη και με ψευδώνυμο). Ομως τα τελευταία χρόνια απέκτησα και πάλι επαφή με τον Αργύρη, ενώ γνώρισα επίσης τον εξαιρετικό Αντωνη Ξαγά, που του παίρνει αυτή τη συνέντευξη.

Η συνέντευξη του Αργ. Ζήλου είναι ποταμός. Δεν θα τη βάλω ολόκληρη. Παραλείπω και την αξιοδιάβαστη εισαγωγή του Αντ. Ξαγά, αλλά και αρκετές ερωταπαντήσεις -μεταξύ άλλων για να σας προτρέψω να τα διαβάσετε από την πηγή. Αξίζει. Και αξίζει και δεύτερη και τρίτη επίσκεψη.

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, κυρίες και κύριοι, ο Αργύρης Ζήλος!

argyris zilos l

Ας ξεκινήσουμε λίγο… ανάποδα, από το σήμερα. Έχουν περάσει σχεδόν 10 χρόνια που έχει να εμφανιστεί κάπου ένα κείμενο που να το υπογράφει ένας Αργύρης Ζήλος. Γιατί;
Αφού την ξέρεις την απάντηση…
(πέφτει μια ησυχία για αρκετά δευτερόλεπτα, στην ταινία ακούγεται μόνο το κελάϊδισμα των πουλιών και ο άνεμος. Κι ένα βαθύ ρούφηγμα τσιγάρου)
Δύσκολη ερώτηση, πάρα πολύ δύσκολη και η απάντηση. Γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν ακόμη και προσβεβλημένοι. Ξέρεις, η διάθεση να γράφεις, η καύλα ας το πω κι έτσι, με τα χρόνια κάπου ατονεί, όπως και οι περισσότερες διαθέσεις (χαμογελάει). Πόσο μάλλον σε μια πραγματικότητα η οποία πλέον έχει ξεφύγει, με το πλήθος των δίσκων που βγαίνουν πια, κάπου αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να έχω πια μια καλή εποπτεία τόσο επαρκή ώστε να εκφέρω μια άποψη η οποία να έχει μια αξιοπιστία. Παράλληλα με αυτό είναι και κάτι άλλο, το γνωρίζεις κι εσύ από πρώτο χέρι. Η κριτική είναι ένα επάγγελμα που το έκανα σχεδόν 40 χρόνια, από αυτό έζησα εμένα και την οικογένειά μου, σχεδόν όλα μου τα ένσημα προέρχονται από την δουλειά αυτή. Και όταν έρχεται κάποιος, όση συμπάθεια ή εκτίμηση κι αν του έχεις και σου ζητάει να συνεργαστείτε, με την διαφορά ότι ‘βρε συ Αργύρη μου, δεν έχουμε λεφτά’, κάπου αισθάνομαι ενδόμυχα ότι εγώ δεν μπορώ να συναινέσω σε αυτό. Μην με παρεξηγείς, δεν το προσπερνώ ούτε το υποτιμώ, χαίρομαι να με εκτιμούν μετά από τόσα χρόνια στην δουλειά, ήταν όμως αυτό, δουλειά, όχι χόμπυ για συνεχίσω να το κάνω τσάμπα. Ξέρεις και κάτι ακόμη; Εντάξει, δεν έχεις λεφτά να πληρώσεις. Φρόντισε τότε να δημιουργήσεις ένα ομαδικό πνεύμα, την αίσθηση μιας συλλογικότητας, μιας κοινότητας. Δεν υπήρξε κάτι τέτοιο, ειδικά στις τελευταίες συνεργασίες…

Το τέλος της μακράς αυτής επαγγελματικής πορείας ήταν δική σου απόφαση, δική σου επιλογή;
Δύσκολο να το πω αυτό. Με το «Αθηνόραμα» ξέρεις πώς έγινε. Εντελώς βλακωδώς, μην πω ηλιθιωδώς. Πρέπει να ήταν στα τέλη του 2011, εποχή που είχε σκάσει η Κρίση για τα καλά, μνημόνια, όλο αυτό το ‘ωραίο’ κλίμα. Έτσι και στο περιοδικό άρχισαν κι εκεί οι μειώσεις και οι περικοπές στους μισθούς. Ένα ωραίο απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν η διευθύντρια έκδοσης και μου ανακοινώνει εν ψυχρώ την απόλυσή μου. Την πρώτη αντίδραση μου μην ρωτάς, δεν την θυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι της έκανα την παρατήρηση ότι θα μπορούσε να μου προτείνει να μείνω με λιγότερα, ή να δεχόμουν να συνεχίσω ακόμη και χωρίς λεφτά, και μου απάντησε ότι ντρεπόταν να μου μιλήσει για μείωση γιατί ο μισθός μου ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ μικρός. Φάνηκε να εκπλήσσεται, μου λέει «αλήθεια θα γινόταν αυτό; Τότε πες ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, πάμε απ’ την αρχή». Της απάντησα όμως ότι δυστυχώς η συζήτηση αυτή έγινε. Και καληνύχτα σας.

ihos taytotitaΚι εσύ πάντως μύγα στο σπαθί σου δεν σήκωνες. Αν και σε καταλαβαίνω νομίζω… Πάντως το ‘χει η μοίρα σου να σε απολύουν γυναίκες, αν θυμηθώ και την περίπτωση του ‘Ήχου’.
Με πας αρκετά πιο πίσω τώρα. Ναι και από τον «Ήχο & Hi-Fi,» όπως ήταν το πλήρες όνομα, έφυγα όταν η σύζυγος του εκδότη, του Κώστα του Καβαθά, αποφάσισε να ανακατευτεί και αυτή στην διεύθυνση του περιοδικού και μια μέρα με φώναξε για να μου ανακοινώσει με πάσα επισημότητα ότι θέλει το περιοδικό να γίνει πιο mainstream. ‘Δηλαδή;’ ρώτησα με πάσα ειλικρίνεια. ‘Να απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο’ αποκρίθηκε. ‘Δηλαδή;’ επέμεινα. Δεν είχε απάντηση. Μεσολάβησε λίγος καιρός, δεν θυμάμαι, μπορεί να ήταν και λίγοι μήνες, μιας δύσκολης έως και αδύνατης στην πράξη συνεργασίας. Είχα καταλάβει ότι ο Καβαθάς ο ίδιος δεν ήθελε να με απολύσει, δεν ήθελα όμως να το εκμεταλλευτώ αυτό, ούτε και να ταλαιπωρώ και αυτόν κι εμένα. Οπότε πήγα μια ωραία πρωία στο γραφείο του και του λέω ‘Κώστα, δώσε μου την αποζημίωσή μου να σε αφήσω στην ησυχία σου’. Μου απάντησε με έναν τρόπο τόσο εκδηλωτικά ανακουφιστικό, λες και του έπαιρνα ένα τεράστιο βάρος από τους ώμους. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ Αργύρη μου». Του είπα ‘παρακαλώ’, και αυτό ήταν. Τέλος και ο ‘Ήχος’.

Επανερχόμενος σε αυτά που λέγαμε πιο πριν, ένας αντίλογος θα ήταν ότι μετά από 40 χρόνια επαγγελματικής γραφής, όπου σίγουρα χρειάστηκε πάρα πολλές φορές λόγω καθήκοντος να γράψεις κείμενα για δίσκους και καλλιτέχνες οι οποίοι δεν σε αφορούσαν για να το πω ευσχήμως, να έλεγες από κάποια στιγμή και πέρα, ειδικά μετά την επίσημη συνταξιοδότηση, ‘ας γράφω πλέον μόνο για κάτι που πραγματικά θέλω, που να με γεμίζει, που να μην υπαγορεύεται από την δισκογραφική επικαιρότητα’.
Να σου πω… Αυτό προσέκρουσε σε μια άλλη συνθήκη: ότι τώρα όλοι γράφουν. Όλοι. Και παντού. Δηλαδή στα 200 κείμενα θα υπάρξει και το 201ο. Τώρα αν όλο αυτό είναι καλύτερο ή χειρότερο είναι άλλη και μάλλον άσχετη συζήτηση. Ένα ακόμη κείμενο λοιπόν. Οπότε κάπου είπα μέσα μου τι παριστάνω εγώ τώρα εδώ; Να σου πω όμως κάτι άλλο; Το βασικό ζήτημα για μένα ήταν και είναι το γιατί στην Ελλάδα η μουσικοκριτική, για να μην πω και η δισκογραφία εν γένει, αντιμετωπιζόταν ως απλά ένα πάρεργο, προϊόν κάποιων ψώνιων που κάνουν το κέφι τους, ποτέ δεν θεωρήθηκε μια σοβαρή ενασχόληση για επαγγελματίες όσο το… κρεοπωλείο ή το φαγάδικο.

Ή το νυχάδικο καλή ώρα που άνοιξε και σε προτεραιότητα μετά την καραντίνα.
Μην τα κακολογείς, γιατί μην ξεχνάς από νυχάδικο ζω και παίρνω ενοίκιο (γελάει). Και για να το συμπληρώσω, ξέρεις πόσες φορές χρειαζόταν να κάνω περαιτέρω διευκρινίσεις όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνεις κι απαντούσα ‘μουσικοκριτικός’; ‘Δηλαδή;’ με ρωτούσαν. ‘Γράφω για μουσική’. ‘Δηλαδή;’, επέμεναν; Γράφεις μουσική; Όχι, γράφω για μουσική. Κάποια στιγμή βαρέθηκα κι απαντούσα απλά δημοσιογράφος. Πάντως στο ζήτημα αυτό δεν έχω απάντηση. Γιατί άραγε; Νομίζω παίζει βαρύνοντα ρόλο το γεγονός ότι στην Ελλάδα η μουσική υπήρξε ανέκαθεν και κατά βάση διασκέδαση, αφορμή για να ανέβουμε στο τραπέζι, να γλεντήσουμε, να χορέψουμε στους γάμους και στα κλαμπ, όχι μια σοβαρή συνθήκη, μια αυταξία που μπορεί να αποτελέσει και τροφή για σκέψη ή και μελέτη.

argyris zilos3

Για να γυρίσουμε όμως τώρα στην αρχή, η δική σου επαφή την μουσική πως ξεκίνησε; Υπήρξε κάποια καθοριστική στιγμή; Μια γονική επιρροή ίσως;
Όχι. Οι δικοί μου δεν υπήρξαν ποτέ φιλόμουσοι. Ούτε η μητέρα ούτε ο πατέρας. Ο οποίος ωστόσο ήταν σε έναν κύκλο ο οποίος άπτετο τότε της Τέχνης με τρόπο μάλλον λοξό να τον πω. Ήταν δικηγόρος και κομμουνιστής και οι παρέες του οι παράνομες επικοινωνούσαν κάποιες φορές μέσα από βινύλια τα οποία τα περισσότερα από αυτά ήταν κλασικής μουσικής, Μπετόβεν, Μότσαρτ, Τσαϊκόφσκι και άλλων Ρώσων συνθέτες, νομίζω του τα είχε φέρει επιστρέφοντας από την Σοβιετική Ένωση και ένας θείος ο οποίος είχε καταφύγει εκεί πολιτικός πρόσφυγας μετά το αντάρτικο. Δεν θυμάμαι όμως πως ξεκίνησα ν’ ακούω. Υποθέτω ότι είδα ένα πικάπ και κάποιους δίσκους. Κάποια στιγμή έβαλα να ακούσω, ότι βρήκα μπροστά μου, πρέπει να υπήρχε και το 45άρι της «Συννεφιασμένης Κυριακής», ένας Καζαντζίδης, μια Caterina Valente, μια Βουγιουκλάκη, πού να θυμάμαι, με πας εξήντα χρόνια πίσω τώρα ρε μπαγάσα. Φεύγανε οι δικοί μου για να βγουν με τις παρέες τους κι εγώ καθόμουνα κι άκουγα. Του είχε κάνει εντύπωση αυτό του πατέρα μου, τον είχα κρυφακούσει να λέει μια μέρα στο τηλέφωνο σε κάποιον φίλο του ‘φεύγουμε από το σπίτι, τον αφήνουμε στο πικάπ, επιστρέφουμε και τον βρίσκουμε πάλι στο πικάπ’.

Το ιδανικό φρόνιμο παιδί ήσουνα! Για ποια ηλικία μιλάμε;
7, 8, 9 κάπου εκεί. Τέλη 50s αρχές 60s. Μπορώ λοιπόν να πω ότι η αρχή της σχέσης μου με την μουσική ήταν καθαρά συναισθηματική. Δεν βρίσκω καλύτερη λέξη. Μια καθαρά συναισθηματική σχέση. Μου άρεσε να ακούω μουσική. Αυτό.

Και το ροκ; Πως μπήκε στην ζωή σου;
Στιγμή συγκεκριμένη όμως δεν υπήρξε, κι αν υπήρξε δεν τη θυμάμαι. Σπίτι ήμουνα, ανήλικος ήμουνα, πού να πάω, δεν υπήρχανε στέκια για τις ηλικίες αυτές, ραδιόφωνο άκουγα πολύ επίσης, κι αίφνης άκουσα ροκ. Να ήταν στον σταθμό της Αμερικάνικης Βάσης, στο κρατικό Δεύτερο Πρόγραμμα, δεν θυμάμαι. Και εκεί πρωτάκουσα Beatles βασικά. Και Animals, Who, Stones, και άλλους πολλούς. Κι αυτό ήταν, κόλλησα.

Ο πατέρας σου είπες είχε στη δισκοθήκη του και λαϊκά. Αυτά σε τράβηξαν ποτέ;
Όχι, καθόλου, θα έλεγα ότι και τα σιχάθηκα για αρκετούς λόγους. Ένας ήταν ότι είχα τότε την ανάγκη να αποκτήσω την δικιά μου ταυτότητα, όπως ίσως και κάθε νέος, να ξεχωρίσω από τον περίγυρο, και αυτά που έφταναν στα αυτιά μου από Beatles κλπ, δεν ξέρω αν το είδα λάθος, δεν είχαν καμία σχέση με αυτά που έφταναν στα αυτιά μου από τους ντόπιους τραγουδοποιούς, τα οποία δεν μου λέγανε απολύτως τίποτα. Και όχι μόνο δεν μου λέγανε τίποτα, συνιστούσαν για μένα επιπλέον την πεμπτουσία της συντήρησης, μια επιβεβαίωση αρχέγονων «αληθειών», κόκκινο πανί για μένα. Ήθελα να αυτοπροσδιοριστώ απέναντι σε αυτές.

argyris zilos4 0

Αναθεώρησες ποτέ πάνω σε αυτή σου την στάση μεγαλώνοντας, ακούγοντας ίσως περισσότερο και επανεκτιμώντας αισθητικά; Έστω εν μέρει;
Όχι, ποτέ. Με τίποτα. Και δεν συνέβη ποτέ αυτό, γιατί ξέρεις για μένα πιο καθοριστική δεν ήταν τόσο η ποιότητα του ακούσματος, λέξη πολύ σχετική έτσι κι αλλιώς όπως αντιλαμβάνεσαι, αλλά ο χώρος στον οποίο απευθύνονταν τα ακούσματα αυτά ο οποίος ήταν και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να είναι ακριβώς ο χώρος από τον οποίο εγώ ήθελα να κρατηθώ σε απόσπαση, μια κουλτούρα που εμένα δεν με κάλυπτε. Και για να κάνουμε κι ένα τεράστιο άλμα χρονικό, πιστεύω ότι δεν λάθεψα, αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας ως άνθρωποι το 2021 και αναρωτηθούμε πόσο διάολο έχουμε προχωρήσει βλέποντας και βιώνοντας αυτό που λέγεται ελληνική κουλτούρα και σε τι αυτή μεταφράζεται όσον αφορά την καθημερινότητα, την αντίληψη περί πολιτισμού δηλαδή. Γιατί ο πολιτισμός είναι ουσιαστικά ο τρόπος που ζούμε κι εμπεριέχει τα πάντα και δεν αφορά το τι βάζεις στο σπίτι σου αλλά και την εικόνα που εισπράττεις, τον ήχο και την συμπεριφορά στην δημόσια σφαίρα. Κι εκεί εξακολουθώ να γίνομαι μέτοχος μιας στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορίας η οποία δείχνει μια ανύπαρκτη κοινωνική συνείδηση. Κάτι που το βλέπω και το βιώνω, να μην πω υφίσταμαι καθημερινά.

Θα έβαζα εδώ μια επιφύλαξη σε αυτή την απόλυτη σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα, ξέρεις και στην άλλη μου πατρίδα τη Γερμανία η δημοφιλέστερη λαϊκή μουσική υπήρξε για δεκαετίες το φτηνό schlager, ότι πιο κιτς και πατριδόπληκτο μπορεί να φανταστεί κανείς, εκεί όμως δεν μπορείς να το συσχετίσεις εύκολα και άμεσα με αντίστοιχες κοινωνικές συμπεριφορές.
Δεν μπορώ να σου απαντήσω σε αυτό, δεν έχω και την δική σου γνώση της γερμανικής κοινωνίας, εγώ εδώ έζησα όλα τα χρόνια μου και προφανώς κάθε κοινωνία είναι διαφορετική. Εγώ από την δική μου σκοπιά, θες σωστά θες λάθος, είχα συνδέσει την ελληνική κοινωνία, κι αυτό το λέω σαν διαπίστωση, με την συντήρηση. Ότι δηλαδή αυτό που έβλεπα κι άκουγα γύρω μου με άξονα την ελληνική πραγματικότητα ήταν ένα συνονθύλευμα από συντήρηση, από παραδοσιολατρεία χωρίς να υπάρχει όμως αντίστοιχα και παραδοσιογνωσία, και κάποια στιγμή αυτό το σιχάθηκα από πολύ μικρός. Μια κουλτούρα που δεν περιλάμβανε κάποιες λεπτές κοινωνικές ισορροπίες, μια κουλτούρα παραδοσιακής μνήμης που δεν σημαίνει και τίποτα τελικά, να εξηγούμαστε. Η παράδοση υπάρχει ως παράδοση, δεν υπάρχει ως θέσφατο, απλά δημιουργεί κάποιες βάσεις. Κάι προχωράμε παρακάτω…

Ο σύντροφος Μάο νομίζω είχε πει κάποτε ότι η παράδοση είναι σαν ένας βράχος, ο οποίος μπορεί να σε πλακώσει αλλά και στον οποίο μπορεί να πατήσεις πάνω και να δεις μακριά.
Μπράβο, είδες ο σύντροφος Μάο; Δεν ψήφισα ποτέ μαοϊκούς αλλά δίκιο είχε ο άνθρωπος.

Πάντως προς το παρόν πιο απειλητικό να σε… πλακώσει είναι ένα box-set του Καζαντζίδη που είναι πάνω από το κρεβάτι σου ακριβώς στο προσκεφάλι σου.
(γελάει) Και θα ήταν και δίκαιο εδώ που τα λέμε.

Θα παρατηρήσω λοιπόν ότι τελικά δεν ακολούθησες τα χνάρια του πατέρα, ούτε στον επαγγελματικό τομέα ούτε στον ιδεολογικό.
Ναι αν και κάποια στιγμή ξεκίνησα να τον ακολουθώ, στα 18 μπήκα στην Νομική. Όχι επειδή ήθελα. Αλλά δεν ήθελα και κάτι άλλο. Ήταν σαν μια προδιαγεγραμμένη πορεία.

pop eleven 0Είναι και η πατροπαράδοτη ελληνική νοοτροπία, το παιδί να αναλάβει την στρωμένη δουλειά, το μαγαζί του μπαμπά, από το χασάπικο μέχρι και το πρωθυπουργικό. Και ένα δικηγορικό, εξασφαλίζει κι ένα υψηλό κοινωνικό στάτους, έστω και φαντασιακά. Νομίζω ίσως και γι’ αυτό η Νομική είναι η σχολή με τις περισσότερες εγκαταλείψεις.
Νομίζω ισχύει αυτό που λες, κι εγώ δεν πρέπει να πάτησα το πόδι στην σχολή παρά ελάχιστες φορές, συχνότερα πήγαινα στην χορωδία του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου συμμετείχα ως μπάσος. Κάπου εκεί είχα αρχίσει και να δουλεύω στο δισκάδικο το «Pop Eleven» στην Σκουφά, με αφεντικό τον Φαληρέα τον Γρηγόρη στην αρχή, κάποια στιγμή μετά ανέλαβε ο αδερφός του. Ναι, ο πατέρας μου τότε, παρότι ήταν σε φάση συνταξιοδότησης, κρατούσε το γραφείο μόνο και μόνο για να το αναλάβω εγώ. Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα να πάω στρατό, στο Πολεμικό Ναυτικό, που τότε έκανες και αρκετούς μήνες παραπάνω θητεία απ’ ότι στο πεζικό, ο πατέρας είχε πελάτη έναν ναύαρχο, Αμιράλης με τ’ όνομα, ο οποίος του είπε «μη σε νοιάζει κύριε Γιάννη ο γιος σου θα έρθει Αθήνα». Και με έφερε εδώ στο Πεντάγωνο στο Γραφείο Τύπου.

Φυλούσες τα σύνορα του Δήμου Αθηναίων λοιπόν…
Κάπως έτσι. Οι 32 μήνες όμως παρέμεναν 32. Είχα ήδη ξεκινήσει τότε να γράφω, μου άρεσε κιόλας ιδιαίτερα, και κάποια στιγμή αποφάσισα να μιλήσω στον πατέρα μου, να του πω ότι δεν είχα σκοπό να συνεχίσω, να μην με περιμένει. Πρέπει να ήταν μία από τις χειρότερες μέρες της ζωής του. Την θυμάμαι πολύ έντονα. Τα ‘βαψε μαύρα, αλλά δεν είχε άλλο περιθώριο. Κι έτσι το έκλεισε το γραφείο. Κι έτσι εγώ απελευθερώθηκα από αυτή την εκκρεμότητα και αυτό ήταν, εκεί τελείωσε η σχέση μου με την νομική επιστήμη. Δεν με απωθούσε αλλά δεν με τραβούσε κιόλας. Δεν φανταζόμουν όμως τον εαυτό μου δικηγόρο. Και είχα ήδη κάτι που με κάλυπτε.

Θυμάσαι άραγε το πρώτο σου κείμενο; Και το πως έκανες το άλμα να περάσεις από ακροατής που ακούει και αγοράζει σε κάποιον που διατυπώνει και καταγράφει άποψη δημόσια;
Θα ‘πρεπε να θυμάμαι αλλά δεν το θυμάμαι το πρώτο μου κείμενο… Τότε εν τω μεταξύ δεν υπήρχε καν η έννοια της προϋπηρεσίας στον χώρο αυτό, γιατί στην πράξη δεν υπήρχε και η μουσικοκριτική. Πάντως είχα μια έφεση από μικρός στην γραφή, μην γελάσεις αν σου πω ότι ήμουν καλός στην έκθεση στο σχολείο, θυμάμαι τις εκθέσεις μου τις έπαιρνε ο δάσκαλος και τις διάβαζε στην τάξη. Αυτή ήταν η πρώτη ανταπόκριση. Αισθάνθηκα ότι η γραφή μού πάει. Την πάω και με πάει. Από κει και πέρα το να μπορείς και να σου αρέσει να γράφεις μέχρι να σου δοθεί η δυνατότητα να γράψεις και γι’ αυτό που σου αρέσει, η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη. Αρκεί να τύχει η ευκαιρία. Σε εμένα μου έτυχε ο ‘Ήχος’ του Καβαθά. Πρέπει να ήταν το φθινόπωρο του 1974.

Και που σε βρήκε ο Καβαθάς; Στο δισκάδικο;
Θα ήταν μάλλον απίθανο να με έβρισκε εκεί, δεν ήταν φιλόμουσος ο Καβαθάς, κι ο ίδιος δεν ψώνιζε δίσκους. Στο μαγαζί ερχότανε κόσμος, με ρωτάγανε τι να πάρουμε, κι εγώ τους πρότεινα, σιγά σιγά άρχισαν να με εμπιστεύονται. Ένας από αυτούς ήταν ο Πητ Κωνσταντέας, δημοσιογράφος που δούλευε τότε αν θυμάμαι καλά στην ‘Καθημερινή’. Γνωριζόταν με τον Καβαθά και όταν αυτός του είπε για τα σχέδια του μετά τους ‘4 Τροχούς’ να βγάλει κι ένα περιοδικό για το hi-fi, σκέφτηκε εμένα για να βάλει μια στήλη με κριτικές παρουσιάσεις δίσκων. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η ιστορία, μέσα από μια τυχαία προσωπική γνωριμία.

argyris zilos2

Τελικά νομίζω, κρίνοντας και από την δική μου εμπειρία, ότι η τύχη, η συγκυρία παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στην ζωή μας απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε ότι παίζουν οι συνειδητές μας επιλογές. Δεν μου λες, ο πατέρας μετά, παρά την πικρία του, διάβαζε τα κείμενά σου;
Αν με διάβαζε λέει. Πρώτος πρώτος. Το θυμάμαι και συγκινούμαι… Δεν πρέπει να υπήρξε κάποιο που να μην το διάβασε, κι ας μην ήξερε καθόλου το αντικείμενο. Ήθελε προφανώς να δει πως έγραφα, αν την απόφαση που είχα πάρει μπορούσα να την στηρίξω στην πράξη. Δεν ξέρω. Ήταν κλειστός άνθρωπος σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Σκέψου ότι μου είχε επιβάλλει από παιδί να του μιλάω στον πληθυντικό, σαν να ήθελε να βάλει μια απόσταση μεταξύ μας. Τους λόγους δεν μου τους εξήγησε ποτέ. Κάποια στιγμή μετά από πολλά χρόνια, προσπάθησε να το ακυρώσει, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Και για το ιδεολογικό που ανέφερες πιο πριν, ποτέ δεν έκανε κουβέντα. Ούτε κατήχηση ούτε προτροπές ούτε τίποτα. Ίσως να ήθελε να με προστατέψει, ξέρεις η ζωή για έναν συνειδητό κομμουνιστή και αριστερό εκείνα τα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολη, για να μην πω ότι ήταν κι επικίνδυνη. Ίσως… Και αυτό το ‘ίσως’ δεν σου κρύβω με βασανίζει ακόμη και θα με βασανίζει, τελευταία τον σκέφτομαι όλο και συχνότερα και εντονότερα. Τον πατέρα μου τον εκτιμούσα, αν και το συνειδητοποίησα κατόπιν εορτής. Ή θανάτου εν προκειμένω…

(…)

Για να το ελαφρύνουμε λίγο το κλίμα… Είχες ποτέ άλλη σχέση με την μουσική πέρα από ακροατής και κριτικός; Έπαιζες κάποιο όργανο;
Έπαιζα ναι.

Αυτό το λες και είδηση, δεν μου το έχεις ξαναπεί!
Δεν είναι και κάτι σημαντικό μάλλον, γι’ αυτό. Ξεκίνησα από πλήκτρα αλλά κατέληξα στην κιθάρα. Αυτοδίδακτος, έψαξα κι έμαθα τις νότες μόνος μου. Τι έπαιζα; Ή τι προσπαθούσα να παίξω; Δεν υπήρχε νομίζω επίδοξος κιθαρίστας στην εποχή μου ανεξαρτήτως φιλοδοξιών ο οποίος να μην ξεκινούσε από το ‘The house of the rising sun’. Εν τω μεταξύ είδα πρόσφατα την είδηση ότι πέθανε ο άνθρωπος που έπαιζε την κιθάρα στο κομμάτι αυτό, που λίγοι τον θυμούνται με τ’ όνομα του, ο Hilton Valentine. Η γενιά μας φεύγει σιγά-σιγά…

Έγραφες και δικά σου κομμάτια;
Αμέ. Σε ντυλανικό ύφος αν με ρωτάς. Δεν τον προσπερνούσες τον Ντύλαν αν έπιανες κιθάρα στο χέρι. Ναι, και σε συγκρότημα είχα παίξει.

[…]

Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα αναρωτηθώ: οφείλει ένας κριτικός να γνωρίζει από μουσική και νότες; Μειώνεται ειδάλλως η εγκυρότητα και η αξιοπιστία του;
Όχι απαραιτήτως. Όπως μόλις σου είπα, το αποτέλεσμα μετράει. Από πού ξεκίνησες είναι αδιάφορο, καμία σημασία. Το αν εσύ ξέρεις να διαβάζεις νότες ή αν δεν έχεις πατήσεις ποτέ σε ωδείο είναι άνευ σημασίας. Μπορείς να εκφραστείς μέσα από τον λόγο; Και δεύτερον, μπορείς να υποδείξεις δημοσίως κάτι αξιόλογο; Αυτό αρκεί.

Για να πω και την δική μου άποψη, πιστεύω ότι κάποιες φορές η βαθιά τεχνική γνώση μπορεί να λειτουργήσει έως και παρεμποδιστικά μερικές φορές, καθώς μέσα από την εστίαση στις τεχνικές λεπτομέρειες μπορεί να χαθεί ή να θολώσει η ευρύτερη αισθητική αποτίμηση ενός έργου.
Ναι, έχει μια βάση αυτό που λες. Πάντως για το ολοκληρώσω, θα έλεγα ότι η γνώση του τεχνικού κομματιού ως προϋπόθεση για την αξιολόγηση ίσως να ίσχυε περισσότερο την εποχή που η μετάδοση και διάδοση της μουσικής γινόταν αποκλειστικά μέσα από την παρτιτούρα. Ο δίσκος από την μεριά του είναι δίσκος. Ένα προϊόν. Η καθαρά ακουστική πληροφορία έχει καταστήσει άχρηστο το πεντάγραμμο για την διάδοση της μουσικής. Για ποιο λόγο να ξέρεις νότες; Για να εξηγήσεις γιατί αυτό που άκουσες σου άρεσε ή όχι; Επειδή έχει π.χ. ένα αρμονικό συνεχές; Αυτό είναι χαζομάρα. Σκέψου πόσοι συνθέτες έχουν χρησιμοποιήσει την δυσαρμονία στις δημιουργίες τους, όχι λόγω άγνοιας ή ανικανότητας αλλά για λόγους αισθητικής, θέλοντας να αναιρέσουν τον κανόνα της αρμονίας. Πάντως από τότε που κυριάρχησε η δυνατότητα διάδοσης της λαϊκής μουσικής από μέσα όπως το ραδιόφωνο και η δισκογραφία, η παρτιτούρα παρακάμφθηκε, τέλειωσε αυτή η ιστορία, γεια σας. Φαντάσου τώρα το ‘Anarchy in the UK’ σε παρτιτούρα. Θα ήταν γελοίο.

Για να έρθουμε σιγά-σιγά και στα δισκογραφικά πράγματα. Πως σου φαίνεται όλο αυτό το χρηματιστηριακό πανηγύρι με την επιστροφή του βινυλίου, και της κασέτας ακόμη-ακόμη; Εσένα σε απασχόλησε ποτέ το φορμάτ μιας μουσικής έκδοσης;
Για να ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος θα απαντήσω ένα κατηγορηματικό όχι. Μην ξεχνάς ότι στη ζωή μου έχω περάσει μία μεγάλη μετάβαση από ένα φορμάτ σε ένα άλλο, όταν έσκασε μύτη το CD κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Θυμάμαι ότι πολλοί δεν το πήραν με καλό μάτι τότε. Εγώ το αποδέχτηκα από την πρώτη στιγμή, με ποια έννοια το λέω, πήρα 1-2 CDιά που τα είχα ήδη και σε βινύλιο. Και η διαφορά ήταν εμφανής. Μου άρεσε περισσότερο αυτό που άκουγα. Άκουγα καλύτερη μουσική.

Και εδώ νομίζω θα συμφωνούσε κι ο Zappa μαζί σου.
Μίλησες για ένα πολύ σοβαρό όνομα τώρα, γιατί τον Zappa τον θεωρώ ένα από τα πέντε σημαντικότερα ονόματα στην ιστορία της μουσικής.

ms 0Τώρα ξεστρατίζουμε λίγο αλλά με βάζεις στον πειρασμό να σου ζητήσω να μου το τεκμηριώσεις.
Από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα, μιλάμε για το «Freak out» βασικά, αισθάνθηκα κάτι διαφορετικό, αναρωτήθηκα «τι έχουμε εδώ;» όχι μόνο με την έννοια της πρόκλησης αλλά και με αυτή του προβληματισμού πάνω στον ήχο. Αυτός ο άνθρωπος είχε μια πολύ σφαιρική αντίληψη γύρω από το τι σημαίνει αυτό που λέμε μουσική. Δεν ήταν τυχαίο ότι αποκαλούνταν συνθέτης. Ήταν πολυσχιδής, είχε ένα απίστευτο εύρος όχι μόνο σε είδος αλλά και σε φόρμα αλλά και τεχνική άποψη. Και είχε και χιούμορ. Το εντυπωσιακό δε είναι ο Zappa ξεκίνησε φτιάχνοντας ποπ τραγούδια, θαυμάσια ποπ τραγούδια, αλλά όχι με γνώμονα τη μόδα της εποχής, αλλά με κάποιους βασικούς κανόνες της τραγουδοποιίας, τους οποίους ναι μεν τους τηρούσε, που σημαίνει ότι τους γνώριζε κιόλας, αλλά από την άλλη τους παραβίαζε με κάποιες ενορχηστρώσεις που ήταν απόλυτα δικές του, δεν ήταν μια απλή φωνή και κιθάρα, μπορεί να έφτανε μέχρι και μια μικρή ορχήστρα. Διαπίστωσα στη συνέχεια ότι ενώ μπορούσε να γράψει και συμφωνίες ακόμη, και το έκανε κάποια στιγμή αν και δεν στάθηκε εκεί, εν τούτοις την αξία του τραγουδιού ως φόρμα την κράτησε με νύχια και με δόντια, δεν αποποιήθηκε ποτέ την τραγουδοποιία. Ποτέ. Αυτό μου λέει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ένας τυχάρπαστος τυχοδιώκτης. Δεν πήγαινε με το ρεύμα της εποχής αλλά δεν το σνόμπαρε κιόλας. Από εκεί και πέρα έφτιαξε πράγματα που εξακολουθούν να είναι έργα αναφοράς. Δεν είναι όλα εξίσου ενδιαφέροντα, δεν θα μπορούσε να είναι. Αλλά εγώ προσωπικά δεν τον άφησα ποτέ, τον παρακολούθησα μέχρι τέλους.

Να σου ομολογήσω ότι δεν συμμερίζομαι την αγάπη σου για το Zappa, δεν ξέρω γιατί, ίσως να μου λείπει το κατάλληλο… ένζυμο. Σκέφτομαι τώρα με αφορμή αυτό το αιώνιο φιλοσοφικό δίπολο υποκειμενικότητας-αντικειμενικότητας: υπάρχουν τελικά «επιχειρήματα» σε μια μουσικοκριτική ή εν τέλει είμαστε έρμαιο του ‘de gustibus’ ή… ελληνιστί της «κολοκυθόπιτας» και της περί αυτής ορέξεως;
Για να σου παραστήσω τον γέρο σοφό έχω καταλάβει πια ότι αν σε κάποιον δεν του αρέσει κάτι, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να τον μεταπείσεις, ότι επιχείρημα κι αν κατεβάσει η κούτρα σου. Και αυτό ισχύει στα πάντα, όχι μόνο στη μουσική. Μιας που έπιασες τον παραλληλισμό με την διατροφή, τριάντα γευσιγνώστες να παλέψουν να σε πείσουν για το αντίθετο, ψήνεσαι εσύ ν’ απολαύσεις ένα άκρως περίτεχνο και σοφιστικέ πιάτο όταν σου κάθεται στον λαιμό; Και το άλλο; Τι βλέμμα θα εισέπραττε από μεριάς σου ο σεφ ο οποίος θα σου διαβεβαίωνε με πάσα ειλικρίνεια ότι, όντως, η σπεσιαλιτέ του δεν τρώγεται, η σύνθεση όμως γεύσεων που ετόλμησε είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον ως πειραματισμός; Η αντικειμενικότητα είναι μια έννοια που πρέπει να την ξεχάσουμε, είναι περισσότερο μια υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων.

Δεν θα διαφωνήσω καθόλου. Τότε όμως εμείς που γράφουμε και ‘επιχειρηματολογούμε’ μήπως ματαιοπονούμε; Γιατί το κάνουμε, τι αναζητούμε;
Επικοινωνία και έκφραση. Και το συνακόλουθο χτίσιμο μιας εμπιστοσύνης με την διάρκεια, την συνέπεια και την συνέχεια ως δημόσιος γραφιάς. Φαντάζομαι και σήμερα που γράφουν τόσοι πολλοί θα είναι πιο δύσκολο, αλλά αυτός είναι ο στόχος. Έχεις καταλάβει πιο είναι το κοινό σου; Αυτό δεν σημαίνει ότι θα γράφεις για το κολακέψεις αλλά θα γράφεις κατ’ αρχάς για να το προσεγγίσεις. Ίσως αυτό να ακούγεται χαζορομαντικό, αλλά είναι νομίζω η πιο σοβαρή βάση επικοινωνίας για τα άτομα που γράφουν. Ένα είτε μεγάλο είτε μικρό κοινό, ένα κάποιο συγκεκριμένο κοινό ή ακροατήριο που επιθυμεί να διαβάσει το καινούργιο κείμενο π.χ. του Αντώνη Ξαγά. Γιατί; Γιατί κάτι αισθάνεται ότι τον συνδέει με αυτό. Όχι μόνο θετικά. Μπορεί και να θέλει να τον βρίσει. Εμάς η δουλειά μας είναι να προτείνουμε χωρίς να ξέρουμε ποιος μας διαβάζει, γιατί μας διαβάζει, αν πιάνουν τόπο αυτά που λέμε, όλα αυτά δεν τα ελέγχουμε. Το μόνο που περνάει από το χέρι μας είναι να έχουμε μια στοιχειώδη συνέπεια και συνέχεια σε αυτό που προτείνουμε.

[…]

Να επιστρέψουμε όμως στην κουβέντα για το μέσο. Ποια είναι η σχέση σου με το βινύλιο;
Δεν είχα ποτέ κόλλημα με το βινύλιο. Κι ας σου φαίνεται παράδοξο να το λέω αυτό εδώ σε έναν χώρο όπου περιστοιχιζόμαστε από τόσα βινύλια. Αυτό ήταν όμως το κύριο μέσο την δεκαετία του ’60 και του ’70 αν ήθελες να ακούσεις μουσική, τι να κάνεις. Όπως σου είπα το CD το αποδέχτηκα με χαρά όταν εμφανίστηκε. Ήταν ένα μέσο αξιόπιστο, ανθεκτικό, φτηνό, όσο κι αν στήθηκε πάνω του πολύ αισχροκέρδεια, ειδικά τους πρώτους καιρούς. Επίσης έδωσε και νέα ώθηση στην δημιουργία. Το βινύλιο δεν μπορεί να υπερβεί τα 23 λεπτά τη κάθε πλευρά. Το CD μπορεί να έφτανε και θεωρητικά τα 80 λεπτά, γεγονός το οποίο ενθάρρυνε και συνθέσεις μεγάλης διάρκειας οι οποίες αναγκαστικά στο βινύλιο θα έβγαιναν σε part one και part two και πάρ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το. Όσο κι αν τούτο είχε ασφαλώς ως παράπλευρη συνέπεια να κυκλοφορήσουν και πολλές μετριότητες, δευτεράντζες και τριτάντζες, και με λιγότερη εκλεκτικότητα και επιλεκτικότητα ακόμη κι από τους καλούς δημιουργούς. Νομίζω αναπόφευκτη συνέπεια κάθε τεχνολογικής εξέλιξης είναι να έχει μια θετική και μια αρνητική πλευρά.

[…]

Σήμερα έχει πάρει και μια διάσταση φετιχιστικής επίδειξης και συλλεκτικού χιψτερισμού για να το πω στην σύγχρονη αργκό. Εσύ είχες ποτέ το μικρόβιο του συλλέκτη; Σε τσιγκλούσε π.χ. η απόκτηση ενός δίσκου «σπάνιου»;
Όχι ποτέ. Έπρεπε να το ακούσω πρώτα να δω αν μου αρέσει. Ξέρεις, ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου συλλέκτη, ούτε βέβαια φετιχιστή. Θεωρώ από την άλλη τον εαυτό μου συλλέκτη μόνο σε σχέση με καλλιτέχνες τους οποίους θεωρώ σημαντικούς, καλή ώρα ο Zappa. Ή ο Eno. Από αυτούς ήθελα ει δυνατόν να ακούσω τα πάντα. Όχι για να τα έχω απλά και μόνο. Ήθελα να μπορώ παρακολουθήσω την πορεία και την εξέλιξη του καλλιτέχνη. Οπότε όλο αυτό το χρηματιστηριακό πανηγύρι όπως το αποκάλεσες με αφήνει αδιάφορο. Δεν ξέρω και πόσο μπορούμε να αποκαλέσουμε τους ανθρώπους αυτούς μουσικόφιλους με την πλήρη έννοια της λέξης, για μένα είναι συλλέκτες σκέτο. Ή και έμποροι ενός προϊόντος του οποίου μάλιστα η αξία διαμορφώνεται όχι από την ποιότητά του αυτή καθαυτή, αλλά από την «σπανιότητα» του ως αντικειμένου. Από την άλλη, οι δίσκοι των Beatles, του σπουδαιότερου συγκροτήματος στην ιστορία της ποπ μουσικής, είναι προσβάσιμοι στον καθένα και σε πολύ καλή τιμή.

[…]

Αγοράζεις ακόμη;
Ναι αγοράζω. Τακτικά όσο γίνεται. Γιατί αγοράζω; Θα μπορούσαν να μην αγοράζω τίποτε πια. Είναι η κοινωνική επαφή. Πηγαίνεις π.χ. στο Υπόγειο ή στον Τάκη στο «Le Disque Noire», θα ψωνίσεις αλλά και θα ανταλλάξεις και μια άποψη, κρατάς μια κάποια σχέση, μια επικοινωνία. Λοιπόν (γελάει) σκέφτομαι ένας ακόμη λόγος που δεν παίρνω πια βινύλια είναι ότι πια μεγάλωσα, έχω την μέση μου και δεν μπορώ να κουβαλήσω τόσο βάρος.

Θα μπορούσες να… κατεβάζεις τότε όπου εκεί το βάρος είναι σχεδόν ανύπαρκτο, ξέρω όμως ότι δεν έχεις κατεβάσει στη ζωή σου ούτε 1 ΜΒ. Πως σου φαίνεται όλη αυτή η νέα (που δεν είναι και τόσο νέα πια) κατάσταση όπου η μουσική χάνεται ως υλικό προϊόν και γίνεται όλο και πιο άυλη;
Πράγματι δεν έχω ‘κατεβάσει’ ποτέ τίποτε ούτε ένα mp3. Δεν έχω ιδέα από αυτό τον κόσμο για να είμαι απολύτως ειλικρινής, Όχι επειδή δεν θα ήθελα να ασχοληθώ, κάπου όμως αισθάνομαι την τεχνολογία να με ξεπερνάει. Μπορεί να ακουστεί ίσως χαζορομαντικό, αλλά αισθάνομαι λίγο ξένος σε αυτό τον κόσμο, ότι δεν θα μπορούσα να τον προσεταιριστώ έτσι με αυτό τον άυλο τρόπο, να τον αγαπήσω. Κάτι χάνω σίγουρα, το διαισθάνομαι, αλλά τι να κάνω… Και όλος αυτός ο πληθωρισμός; Κάνει καλό στην παραγωγή ή έχει επεκταθεί το πνεύμα «ηχογράφησε και βγάλτο, ό,τι να ‘ναι»; Και οι μουσικοί ζουν από αυτό; Και η προσφορά αυτή έχει άραγε αντίστοιχη ζήτηση; Δεν ξέρω… Εσύ που είσαι και νέο παιδί θα μπορούσες να απαντήσεις καλύτερα.

Καλά όχι και πολύ νέο, μην υπερβάλλεις. Αυτή την αποξένωση πάντως που λες την αισθάνομαι κι εγώ, κι ας έχω σκληρούς δίσκους με ατελείωτα mp3, mp4, flac και κάθε άλλη κατάληξη του διαβόλου. Ωστόσο νομίζω όσο περνάει ο καιρός αποστασιοποιούμαι όλο και πιο πολύ. Και συμβιβάζομαι με την ιδέα πάντα θα υπάρχει κάτι που θα ‘χάνεις’. Δεν πειράζει κιόλας… Αλλά ας επιστρέψουμε στα της γραφής. Ο τρόπος σου, το στυλ σου υπήρξε πολύ ιδιαίτερο, σχεδόν λόγιο, κάποιοι το έλεγαν και δυσνόητο. Ήταν συνειδητή αυτή η επιλογή;
Από την αρχή έτσι μου βγήκε. Δεν ξέρω πως. Στην πορεία όμως γινόταν όλο και πιο συνειδητή. Δεν μου άρεσε η κοινοτοπία. Μου άρεσε όμως να εστιάζω όχι τόσο στον τρόπο αλλά στο θέμα, στην άποψη. Και αυτό να το δώσω με ένα ύφος δικό μου. Αν το πετύχεις αυτό και δεν σου βγει μια μαλακία και μισή καταλήγεις σε αυτό που λέμε προσωπική γραφή. Αυτό μ’ ενδιέφερε. Σε τελική ανάλυση ο τρόπος που γράφεις είναι αυτό που είσαι. Ελπίζω να μην μου έβγαινε επιτηδευμένα. Κι εσύ που με ξέρεις και τόσα χρόνια ξέρεις ότι έτσι μιλάω, έτσι είμαι… Όσο για τον χαρακτηρισμό ‘δυσνόητος’, τι να κάνουμε. Είναι και θέμα αντιλήψεως του αναγνώστη. Εγώ δεν αισθανόμουν ότι έγραφα στρυφνά, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα υπήρχε ένα διαυγές επιχείρημα. Επιπλέον με τον λόγιο όπως τον αποκάλεσες τρόπο ήθελα, αν δεν ακούγεται η λέξη βαριά, να τιμήσω το αντικείμενο. Να δώσω στους αναγνώστες να αισθανθούν ότι η ποπ μουσική δεν είναι κάτι το ευτελές, κάτι με το οποίο απλά περνάς ευχάριστα την ώρα σου, ένα καταναλωτικό προϊόν συνοδευόμενο από διαφημιστικά δελτία τύπου, αλλά ότι μπορείς και να σκεφτείς πάνω σε αυτή πέντε πράγματα. Και μια σοβαρή σκέψη θέλει εν τέλει και μια σοβαρή φόρμα.

[…]

Για σένα ποια είναι η ισχύουσα συνθήκη σε μια κριτική. Είναι «καλό επειδή μ’ αρέσει» ή «μ’ αρέσει επειδή είναι καλό»;
Μου θυμίζει λίγο την κότα με το αυγό το δίλημμα αυτό. Τι προηγείται είναι δύσκολο να το πω. Κάθε κριτικός και ακροατής έχει τις προκαταλήψεις του, ακόμη κι όταν ο ίδιος θεωρεί ότι δεν έχει. Δεν θα μου ήταν εύκολο να πω ότι αυτό είναι καλό αλλά δεν μ’ αρέσει. Η σκέψη μου καταλήγει πάντα στο αν θα το πρότεινα, δεν μπορώ να σκεφτώ αλλιώς. Οπότε μπορεί να έλεγα ότι ο δίσκος για το είδος του είναι καλός, όσο στερεότυπο κι αν ακούγεται. Αλλά θα άφηνα να φανεί ότι αυτό το είδος δεν το προτιμώ.

[…]

Οπότε ίσως να είναι περιττή η επόμενη ερώτηση αλλά θα στην κάνω. Νοσταλγείς; Η ερώτηση πάει και σε προσωπικό επίπεδο και σε μουσικό επίπεδο. Υπήρξε για σένα μια «χρυσή εποχή» της μουσικής;
Αυτά τα τύπου ‘η μουσική τελείωσε το 1977’, ή ότι τότε σώθηκε; Όχι. Ούτε κατά διάνοια. Ανοησίες. Δεν έχουν νόημα αυτά, μόνο σε προσωπικό επίπεδο μπορώ να τα δεχτώ, σε βιωματικό επίπεδο. Εγώ όχι, δεν νοσταλγώ. Η νοσταλγία… δεν θέλω να σου πουλάω τώρα λαϊκή φιλοσοφία… είναι ένα σύμφυρμα από μνήμες εξωραϊσμένες και συνυφασμένες με ηλικίες νεανικές, με ότι συνεπάγεται αυτό, τον καιρό που δεν σε πόναγε η μέση και ακόμη σου σηκωνότανε. Επίσης δεν νοσταλγώ γιατί σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να αισθανόμουν ότι η μουσική έχει ξεπέσει. Εγώ αισθάνομαι το αντίθετο. Ας όψεται το ευλογημένο ίντερνετ. Το τι μπορείς να ακούσεις είναι απεριόριστο, κι ας έχει κι αυτό τα στραβά του όπως είπαμε νωρίτερα. Εγώ αισθάνομαι ότι η μουσική είναι πλουσιότερη σήμερα από πλευράς προτάσεων και δυνατοτήτων παρά ποτέ στην ιστορία. Από αυτή τη σκοπιά είμαι πολύ ευχαριστημένος.

[Παραλείπω πολλά εδώ, να πάτε να τα διαβάσετε στην πηγή]

strawberryΘα ήταν ίσως ανόητη ερώτηση να σου ζητήσω έναν αγαπημένο δίσκο. Υπάρχει ωστόσο κάποιος δίσκος στον οποίο να επιστρέφεις; Με τον οποίο να μην έχεις κλείσεις λογαριασμούς μαζί του;
Η ερώτηση σου σκοντάφτει σε αυτό που υπονοήσαμε πριν στις συναυλίες: ότι δεν ξεχνάς τις πρώτες σου φορές. Τα πρώτα ακροάματα είναι πάντοτε πιο έντονα. Οπότε η απάντηση μου δεν θα είναι σωστή αλλά συναισθηματική. Θα μπορούσα να σου πω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ το «Dark side of the moon». Όμως μετά από τρία-τέσσερα χρόνια συνειδητοποίησα ότι δεν είναι καν το καλύτερο των Pink Floyd, κάθε άλλο. Είναι το πρώτο τους άλμπουμ, αυτό με τον Syd, αυτό που είναι κατ’ εμέ αξεπέραστο, καμία σχέση δεν έχει με ότι έκαναν μετά. Όχι μόνο από πλευράς φρεσκάδας και νεωτερισμού. Από πλευράς μουσικότητας. Είναι ΑΥΤΟ. Σε αυτό θα επέστρεφα λοιπόν, παρόλο που κάποια από τα μεταγενέστερά τους μπορεί να ήταν αρτιότερα από πολλές πλευρές, ίσως και πιο ενδιαφέροντα σαν μουσική. Αλλά όλα αυτά όπως σου είπα είναι συνθήκες εποχιακές και ηλικιακές. Αλλά μαζί δεν πάνε αυτά;

Αν σου ζητούσα ένα τραγούδι;
Το «Strawberry fields forever». Ανεπιφύλακτα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Το σημαντικότερο κομμάτι που έχει γραφτεί ποτέ. Από κάθε άποψη. Δεν είχα ξανακούσει ούτε ξανάκουσα ποτέ τόσα πολλά πράγματα σε ένα τραγούδι, που όμως δεν σου έδιναν την εντύπωση συσσώρευσης ήχων και οργάνων. Το ένα ερχόταν σαν μια φυσική συνέπεια του αμέσως προηγούμενου. Μια τελειότητα. Μέσα σε τεσσερισήμισι λεπτά ‘μόνο’.

Και είναι εν τω μεταξύ κομμάτι που είναι δύσκολο να το μιμηθεί κάποιος, ακόμη και σαν επιρροή.
Τι δύσκολο, αδύνατο είναι. Ούτε από κάποιον μεταγενέστερο αλλά ούτε και οι ίδιοι θα μπορούσαν. Αυτό ήταν, τελείωσε. Αμφιβάλλω μάλιστα αν και οι ίδιοι, όσοι ακόμη ζούνε, θα ήταν σε θέση να εξηγήσουν λογικά τι στο διάολο κάνανε, πως το κάνανε, τι τους ώθησε. Είναι έξω από κάθε μέτρο της εποχής, κάθε σύγκριση. Εξακολουθεί να είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορείς ν’ ακούσεις σήμερα. Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για ποπ μουσική αν δεν έχει ακούσει το κομμάτι αυτό. Είναι, πως να στο πω, σαν να μιλάς για οικονομία και να μην έχεις υπόψη σου τον Μαρξ.

Από ελληνικά; Τραγούδι ή δίσκος με αντίστοιχη βαρύτητα; Τηρουμένων των αναλογιών πάντα.
Με αντίστοιχη επίδραση, όχι. Υπάρχουν ασφαλώς δίσκοι που κανείς φιλόμουσος δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να απορρίψει όπως π.χ. το «Βρώμικο ψωμί» του Σαββόπουλου. Ήταν μια δουλειά που είχε και ταυτότητα και περιεχόμενο, ήταν μια έκρηξη, ένα ‘παφ’. Και στο οποίο να σημειωθεί, θα πρέπει να αποδοθούν και τα πολλά εύσημα στους μουσικούς που παίζουν τον δίσκο, στους οποίους, ναι, ο Σαββόπουλος τους έδωσε την ελευθερία, και αυτό σίγουρα του πιστώνεται, αλλά ήταν αυτοί που κατά κύριο λόγο μορφοποίησαν τον δίσκο και έφεραν τις συνθέσεις στα όρια τους. Το ζήτημα ξέρεις ποιο είναι; Και ο Σαββόπουλος και πολλοί άλλοι μουσικοί και συνθέτες, προκειμένου να υπάρξουν στην ελληνική μουσική πραγματικότητα η οποία απαιτούσε την συναυλιακή συνθήκη, χρειάστηκε να κάνουν πολλές σοβαρές έως και μοιραίες εκπτώσεις, υποκύπτοντας πολλές φορές στο εύκολο, στο εύληπτο, στο λαϊκώς αποδεκτό.

[…]

Αισθάνεσαι ότι έχεις αφήσει κάποια κληρονομιά;
Εγώ; (με χροιά εμφατικής έκπληξης). Όχι, δεν αισθάνομαι κάτι τέτοιο. Παρακαταθήκη που λένε και τέτοια; Όχι. Μόνο ίσως ότι μπορεί κανείς να ασχοληθεί ως γραφιάς και ως ακροατής με την ποπ μουσική πιο σοβαρά από ΤΟΠ 10 ή ότι παίζει το εδώ και το τώρα. Αυτό ίσως μόνο. Ότι η ποπ μουσική αξίζει μια σοβαρή προσέγγιση που να ξεπερνά ακόμη και την ίδια ως εποχικό φαινόμενο, που ξεκίνησε πριν από 70 χρόνια και εξακολουθεί να εξελίσσεται και σήμερα σαν πρόταση, και κατά καιρούς να σε εκπλήσσει κιόλας. Πιστεύω ότι βρίσκεται ακόμη σε μια κατάσταση διαμόρφωσης και αναμόρφωσης. Και θα αργήσει να σταματήσει. Κάτι που νομίζω έχει να κάνει και με τον εμπλουτισμό της με έθνικ ή έντεχνα ακούσματα, είναι πολλοί οι λόγοι. Και πάντα θα υπάρχουν 4-5-10 μυαλά σε κάθε εποχή που ακούγοντας πράγματα από το παρελθόν να αναμορφώνουν σε κάτι σημερινό, σε κάτι προσωπικό μεν αλλά με ευρύτερο ενδιαφέρον. Και η ζωή συνεχίζεται. Αλίμονο σε μας… Αυτό ήταν; Τελειώσαμε;

Ναι, τελειώσαμε.

Φωτογραφίες από το παρελθόν:  Άννα Ζήλου (προσωπικό αρχείο)

Φωτογραφίες λοιπές και σημερινές: Αντώνης Ξαγάς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *