ceb1ceb3ceb9cebfcf81ceb5ceafcf84ceb9cebaceb5cf82 cebbceadcebeceb5ceb9cf82

Δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα με λέξεις κάποιας ντοπιολαλιάς, που συνήθως τα έχει γράψει κάποιος από τους φίλους σχολιαστές, που έχει καταγωγή από  το αντίστοιχο μέρος. Το σημερινό άρθρο θα μπορούσε να ενταχθεί σε αυτή την κατηγορία, αλλά έχει ιδιομορφίες. Καταρχάς, το γράφω εγώ, αντλώντας υλικό από ένα βιβλίο. Και κατά δεύτερο αφορά μιαν ιδιότυπη περιοχή της  Ελλάδας, τη μοναστική πολιτεία του Άθω, το Άγιον όρος -οπότε, το λεξιλογικό υλικό που παρουσιάζω έχει τα στοιχεία μάλλον επαγγελματικής ορολογίας παρά ντοπιολαλιάς.

glossathoΤο έργο που συμβουλεύτηκα είναι ένα βιβλιαράκι του Ι.Μ.Χατζηφώτη, «Το γλωσσάρι του Αγίου Όρους Άθω», που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Μπιλιέτο. Κάποια λήμματα τα έχω επεκτείνει με ετυμολογικές ιδίως πληροφορίες, οι οποίες λείπουν από το βιβλίο του Χατζηφώτη.

Στην επιλογή των  λημμάτων επικεντρώθηκα κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στα διακονήματα, δηλαδή τα καθήκοντα που αναλαμβάνουν οι μοναχοί.

Θα προσέξετε ότι πρόκειται για ορολογία κατά βάση λαϊκή, παρόλο που η εκκλησιαστική ορολογία είναι αρχαιοπρεπής. Οι αγιορείτες δεν αποφεύγουν τις δάνειες λέξεις: όχι μόνο διατηρούν τα βυζαντινοπρεπή λατινικά δάνεια, αλλά και τα τουρκικά δάνεια δεν τα έχουν αντικαταστήσει -ο καθαριστικός οδοστρωτήρας του νεοελληνικού κράτους δεν πέρασε πάνω από το Άγιον Όρος.

αμπελικός: το διακόνημα του μοναχού  που φροντίζει το αμπέλι. (Θυμάστε ότι σε πρόσφατο άρθρο του  φίλου μας του Μικιού είδαμε ότι στο κρητικό ιδίωμα αμπελικός είναι ο αγροφύλακας).

αρσανάρης: ο μοναχός που έχει ως διακόνημα τη λειτουργία του αρσανά.

αρσανάς: καραβοστάσιο, λιμανάκι μοναστηριού, όπου αποτραβιούνται το καΐκι και οι βάρκες του (Ο αρσανάς ή ταρσανάς είναι λέξη με απώτερη  αραβική προέλευση, από το dar as-sina’ah, κατά λέξη «σπίτι των τεχνών». Μέσω ενετικών  στα ελληνικά, πχ στο Αρσενάλι των  Χανίων κτλ. αλλά και στις δυτικές γλώσσες, arsenal κτλ.)

αρχοντάρης: ο μοναχός που έχει ως διακόνημα τη φροντίδα του αρχονταρικιού και ασχολείται με τη φιλοξενία των προσκυνητών.

αρχονταρίκι: χώρος υποδοχής των  προσκυνητών, όπου τους προσφέρονται το πατροπαράδοτο κέρασμα τοποθετούνται στο κελλί όπου θα φιλοξενηθούν.

βαγενάρης: ο μοναχός που είναι υπεύθυνος του βαγεναριού, όπου οι εργασίες γίνονται με παγκοινιά*.

βαγεναριό:  κρασαριό, ο χώρος όπου γίνεται το κρασί, το τσίπουρο, το νάμα, το πετιμέζι. (νάμα, το κρασί της Θείας Ευχαριστίας).

βηματάρης: ο μοναχός που έχει τη  φροντίδα του ιερού βήματος, του καθολικού.

βορδωνάρηςβουρδουνάρης: ημιονοδηγός. (Βορδώνι είναι το μουλάρι, από το βόρδων, λέξη της ύστερης  αρχαιότητας, από το λατινικό bordo. Η λέξη υπάρχει στα κυπριακά).

γεροντία : ο ηγούμενος και οι επίτροποι (προϊστάμενοι) του μοναστηριού.

διαβαστής: ο μοναχός που έχει το διακόνημα της  ανάγνωσης των ψαλμών  και άλλων  κειμένων κατά τις ακολουθίες.

διακόνημα: καθήκον μοναχού σε κοινόβιο π.χ. αρσανάρης, βηματάρης, διαβαστής. Ανατίθεται από τη γεροντία της μονής.

δοχειάρης: ο μοναχός που έχει το διακόνημα της φροντίδας τού δοχειού.

δοχειό: δροσερό μέρος του μοναστηριού, όπου αποθηκεύονται οι ελιές, η φέτα και άλλα τρόφιμα.

εκκλησιαστικός: ο μοναχός που έχει διακόνημα την  επιμέλεια του ναού.

επιστημονάρχης: ο μοναχός που επιβλέπει τους διακονητές σε ένα κοινόβιο.

ηγουμενιάρης: ο μοναχός που έχει διακόνημα τη φροντίδα του ηγούμενου.

καμπανάρης: κωδωνοκρούστης, διακόνημα μοναχού.

κοιμητηριάρης: διακονητής μοναχός στο κοιμητήριο.

κονάκι: αντιπροσωπείο αγιορείτικου μοναστηριού στις Καρυές. Μόνο η μονή Κουτλουμουσίου δεν έχει, γιατί βρίσκεται στην  αθωνική πρωτεύουσα.

κονακτζής: μοναχός που έχει το διακόνημα του Αντιπροσώπου στο κονάκι των Καρυών.

κοσατζής: ο ασχολούμενος με τον θερισμό του σταριού. (κόσα είναι το δρεπανοειδές εργαλείο).

κουρτζής: ο μοναχός που είναι υπεύθυνος για το δάσος. (από το τουρκικό korucu, δασοφύλακας, αγροφύλακας. Η λέξη επιβιώνει στα κυπριακά).

μάγκιπας: ο φούρναρης, και μαγκιπείο: ο φούρνος. Κι αυτός ο όρος μας γυρίζει πίσω στο μάγκιψ της ύστερης αρχαιότητας, ή στο βυζαντινό μάγκιπος (θηλυκό, μαγκίπισσα). Όλα αυτά από το λατιν. mancipium.

μουτάφης: ο κατασκευαστής αγιορείτικων ντορβάδων.

ντορβάς: αγιορείτικο σακκίδιο από τραγίσιο μαλλί με ωραίους σκούρους χρωματισμούς και καπάκι, που φέρει ο μοναχός στον ώμο.

οικονόμος: διακόνημα μοναχού, είναι υπεύθυνος για τους εργάτες και τις γενικές εργασίες της μονής. Εκτελεί και χρέη δοχειάρη.

παγκοινιά: από κοινού εργασία μοναχών στο κοινόβιο, π.χ. για  καθάρισμα φασολιών.

πορτάρης: μοναχός με το διακόνημα του θυρωρού.

προσμονάρης: διακονητής σε θαυματουργή εικόνα.

προσφοράρης: ο μοναχός που έχει ως διακόνημα την ετοιμασία των προσφόρων για τη Θεία Ευχαριστία.

σεϊμένης: αστυφύλακας στις Καρυές, όργανο της Ιεράς Κοινότητας. Είναι λαϊκός. Στις Καρυές υπάρχουν τέσσερις σεϊμένηδες με καθήκοντα κλητήρα και αστυνόμου (Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο, seğmen, περσικής ετυμολογίας. Επιβιώνει ως επώνυμο).

σερδάρης: χωροφύλακας στο Άγιον Όρος, όργανο της Ιεράς Κοινότητας. (Ο Χατζηφώτης δεν εξηγεί τη διαφορά. Και αυτό είναι τουρκικό δάνειο και επίσης επιβιώνει ως επώνυμο).

σοδιαστής: ο μοναχός που φέρνει τη σοδειά από το μετόχι στο μοναστήρι.

ταυριάρης: ο μοναχός που έχει το διακόνημα της φροντίδας των  ζώων.

τραπεζάρης: ο μοναχός που διακονεί στην τράπεζα, στον χώρο όπου εστιάζονται  μοναχοί, εργάτες και προσκυνητές.

τυπικάρης : ο μοναχός που έχει ως διακόνημα την εφαρμογή του τυπικού της μονής, στις ακολουθίες κτλ.

φανοκόρος: μοναχός εντεταλμένος για  το άναμμα των  φανών.

φαρμακοποιός: μοναχός που έχει ως διακόνημα την παρασκευή καταποτίων, αλοιφών κλπ. από βότανα. Σήμερα ο υπεύθυνος για το φαρμακείο της μονής.

χατλάρης: ο σταβλάρχης  -αυτό φαίνεται τουρκικής  ετυμολογίας αλλά δεν  βρήκα κάτι.

ωρειό: αποθήκη σιταριού. (Το ωρειό είναι το μεταγενέστερο ωρείον, όχι από την  ώρα αλλά από το λατιν. horreum, που σήμαινε την αποθήκη και ειδικά τη σιταποθήκη)

ωρειάριος: ο υπεύθυνος του ωρειού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *