ceadcebeceb9 cebaceb1ceb9 ceadcebdceb1 cf80cebfceb9ceaecebcceb1cf84ceb1 cf84cebfcf85 cebd cebbceb1cf80ceb1ceb8ceb9cf8ecf84ceb7 ceb3ceb9
lapathiotismousa 0395

Σκίτσο από το περιοδικό Μούσα (1921)

Το θέλουμε ή όχι, από μεθαύριο μπαίνουμε και τυπικά στο φθινόπωρο, όσο κι αν ο καιρός έξω δείχνει να διαφωνεί και οι θερμοκρασίες κάνουν πολλούς να λένε για 51 Αυγούστου. Να το υποδεχτούμε λοιπόν το φθινόπωρο λογοτεχνικά, ποιητικά.

Αμέτρητα ποιήματα έχουν γραφτεί για το φθινόπωρο, στα οποία πρωταγωνιστούν μελαγχολικές εικόνες όπως τα φύλλα που πέφτουν, οι πρώτες βροχές, καθώς και ο φόβος του επερχόμενου χειμώνα. Θα παρουσιάσω σήμερα έξι και ένα ποιήματα ενός κατεξοχην μελαγχολικού ποιητή, του αγαπημένου μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Το γνωστότερο ίσως είναι το «Τραγούδι το φθινόπωρο». Γράφτηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1922 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μούσα στο τεύχος Απριλίου 1923 (και στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο και αλλού) ενώ συμπεριλήφθηκε στη μοναδική συλλογή ποιημάτων που εξέδωσε όσο ζούσε ο Λαπαθιώτης, το 1939:

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
– κι είναι τα βράδια μόνα…

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ’ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα, – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;…

Έχει μελοποιηθεί και μάλιστα δύο φορές, μία από τη Στέλλα Γαδέδη:

και μία από τον Δημήτρη Μαραμή, σε ερμηνεία Θοδωρή Βουτσικάκη:

Το δεύτερο φθινοπωρινό ποίημα του Λαπαθιώτη, «Οι κύκνοι το φθινόπωρο», είναι μικρό, μόλις 7 στίχοι, οργανωμένοι σε δύο τρίστιχα με έναν μεσαίο συνδετικό στίχο.

Γράφτηκε στις 8 Ιουνίου 1923, όπως μας πληροφορεί ο Δικταίος που είχε υπόψη του χειρόγραφα τα οποία δεν είναι πλέον προσπελάσιμα από το κοινό. Δεν έχει βρεθεί δημοσίευσή του σε έντυπο όσο ζούσε ο ποιητής.

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους,
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ’ αγριοκαίρι·
θα ζήσουν, τάχα, να τη βρουν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει,

γιατί μπορεί και να χαθούν, πριν βρούνε τη χαρά τους…

Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδυ,
ώσπου, στο τέλος, νύσταξαν, κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους…

Χρονολογικά τρίτο είναι το Φθινοπωρινό, ένα μελαγχολικό σονέτο:

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Η θλίψη του καλοκαιριού με πήρε χτες, βαριά,
καθώς περνούσ’ απ’ την αλέα, που πέθαιναν τα ρόδα,
και σταματώντας τη ματιά κατά το δείλι, το ’δα
να πέφτει τόσο μοναχό, μες στα γυμνά κλαριά…

Κι ο νους μου πήγε στις καλές, τις ήμερες βραδιές,
όταν ανθούσαν οι βραγιές, κι ανάσταιναν οι κλώνοι,
-τότε που σμίγουν οι ψυχές, κι ανοίγουν οι καρδιές,
και μες στη νύχτα, μαγικά, τρεμολαλεί τ’ αηδόνι…

Και σαν εχύθη του βαθιού μεσονυχτιού ο θυμός,
και χύμηξε απ’ τα πέλαγα, γοερή και ποντοπόρα,
ξεσπώντας πάλι, ξαφνικά, μες στις βραγιές, η μπόρα,

μ’ άγγιξε τόσο αδερφικά του κήπου ο πεθαμός,
των ρόδων το ξεφύλλισμα, και της βροχής ο σάλος,
-που είπα ξανά δε θα χαρώ, μήτε κανένας άλλος…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κριτική και Τέχνη το 1925. Στα χαρτιά του Λαπαθιώτη με καταλόγους ποιημάτων, ο Δικταίος βρήκε τρία ποιήματα με τον τίτλο Φθινοπωρινό -αυτό που μόλις διαβάσατε, ένα που θα δούμε παρακάτω που ο τίτλος του άλλαξε, κι ένα που παραμένει ανεύρετο και που μόνο ο πρώτος στίχος του παραδίδεται: Ακούς το γκιώνη, γκιώνη, γκιώνη…

Το επόμενο ποίημα δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο τον Αύγουστο του 1925 με την ένδειξη «Γραμμένο για το Μπουκέτο». Με μικρές αλλαγές ξαναδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία το 1933, όπως και σε εφημερίδα με τίτλο «Φθινοπωρινός πόθος».

Μου αρέσει πολύ, ίσως για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες του, που ήταν μια καινοτομία του Λαπαθιώτη. Εδώ ο ποιητής δεν φοβάται το φθινόπωρο αλλά το περιμένει με λαχτάρα.

ΠΟΘΟΣ

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσον καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες·
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις προάλλες…

Τα καλοκαίρια μ’ έψησαν, και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζιοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά, πότε να ρθει, μες στα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ, ξανά, μες στα μουγγά τα δειλινά,
θ’ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι…

Το πέμπτο ποίημα της σειράς δημοσιεύτηκε επίσης το 1925, μάλιστα λίγο νωρίτερα από το προηγούμενο, στις 2.8.1925 πάλι στο Μπουκέτο, αρχικά με τον τίτλο Παράπονο. Στη συνέχεια, με τον σημερινο τίτλο, και με αλλαγές, στη συλλογή του 1939 και από εκεί αναδημοσιεύτηκε και σε άλλα έντυπα.

ΟΤΑΝ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Όταν έρθει το Φθινόπωρο,
και τα φύλλα μαραθούνε,
μια βραδιά, τ’ αργά σου βήματα
ως το μνήμα μου θα ρθούνε·

θα είναι νύχτα, και τα μνήματα
θα ησυχάζουν μες στη χλόη:
μόν’ ο γκιώνης θε να μοίρεται
το παλιό του μοιρολόι·

μόν’ ο γκιώνης θε ν’ ακούγεται,
κι αυτός φίλος του θανάτου,
να ταιριάζει με τη θλίψη σου,
τα τραγούδια τα σπερνά του…

Όταν έρθει το φθινόπωρο,
και τα φύλλα μαραθούνε,
μια βραδιά, τ’ αργά σου βήματα
πάλι θα με θυμηθούνε,

και κινώντας μες στ’ απόβραδο,
μακρινά και κουρασμένα,
σα ζητώντας κάτι ανεύρετο,
θα ’ρθουν, πάλι, προς εμένα…

Μα εγώ, τότε, δίχως όνειρα,
μες στο χώμα θα κοιμάμαι,
μες στη νύχτα θ’ αναπαύουμαι,
-κι ούτε πια θα σε θυμάμαι·

κι απ’ την πρώτη τη λαχτάρα μου,
τη βαθιά μου, τη χαμένη,
έξω απ’ τη δική σου θύμηση,
τίποτα δε θ’ απομένει:

έξω απ’ τη δική σου θύμηση,
τίποτα δε θ’ απομένει,
-κι απ’ το χώρο, κι απ’ το μάρμαρο,
που κρατούν οι πεθαμένοι…

Κι έτσι, τα βαριά σου βήματα,
κουρασμένα, λυπημένα,
παρατώντας την αγάπη μου,
την αγάπη μου και μένα,

και μη βρίσκοντας απάνεμο,
να σταθούν, μες στο χειμώνα,
θα μ’ αφήσουν, -κι όπως ήρθανε,
θα ξαναγυρίσουν μόνα…

Ωστόσο, το ποίημα δεν είναι της ωριμότητας -στο αρχείο του Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ βρίσκουμε μια πολύ παλιότερη πρώτη μορφή, πολύ διαφορετική, γραμμένη όταν ο ποιητής ήταν 20 χρονών, το 1908, με αρκετές διαφορές και με τίτλο «Σε κάποιον ξενιτεμένο». Δημοσιεύω τις πρώτες δυο στροφές για να καταδειχθούν οι διαφορές:

Όταν θα’ρθει το φθινόπωρο
και τα φύλλα μαραθούνε
«Πού’ναι;» θα ρωτάς τη θάλασσα
και θα λέει το κύμα «πού’ναι;»

Και όταν το στερνό τριαντάφυλλο
την ψυχή του θα σκορπάει
«Πάει!» θα λες στα νυχτολούλουδα
και θα λένε εκείνα «Πάει!»

(…)

Η εξάδα κλείνει με το «Κακό φθινόπωρο», που δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία στο τεύχος της 1ης Οκτωβρίου 1936, στο εξώφυλλο (ο Δικταίος δίνει την πληροφορία ότι γράφτηκε την 1 Αυγούστου 1936) και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του 1939. Εδώ ο ποιητής περιμένει το φθινόπωρο με φόβο, νιώθει αλλαγμένος και ανίσχυρος.

ΚΑΚΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

To φετινό φθινόπωρο κοντεύει,
με τα μηνύματά του τα βαριά,
κάθε δέντρο το τέλος του μαντεύει,
κι ανήσυχα τεντώνει τα κλαριά.

Τα δειλινά δεν είναι παρά θλίψη,
κι αλάλητος καημός για κατιτί,
-θαρρείς κι από παντού κάτι έχει λείψει,
κι αυτό που μένει, μάταια το ζητεί.

Σαν κάθε χρόνο, κι ώρα με την ώρα,
βλέπω να παίρνει τέλος η χαρά:
μα εμέναν, ως κι αυτή μου η λύπη, τώρα,
δεν είναι καθώς ήταν μια φορά…

Δεν έχω πια την πρώτη μου γαλήνη,
το βήμα μου δεν είναι πια γερό:
σ’ αυτό το μεταξύ, κάτι έχει γίνει,
που δε γιατρεύεται με τον καιρό…

Μες στο σκοτάδι, τώρα, που γυρίζει,
με την ανατριχίλα του βαριά,
το περιβόλι θάνατο μυρίζει,
– κι είμαι χωρίς παρηγοριά…

Στον τίτλο έκανα λόγο για «έξι και ένα» ποιήματα του Λαπαθιώτη, μια διατύπωση που είναι βέβαια κλισέ, αλλά εδώ έχει μια βάση.

Το έβδομο ποίημα του Λαπαθιώτη που θα παρουσιάσω ξεχωρίζει επειδή δεν είναι ακριβώς ποίημα του Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης το έγραψε αλλά ως παρωδία ή πιο σωστά ως μίμηση ύφους -ως μίμηση του Κώστα Χατζόπουλου. Όμως η τεχνική του αρτιότητα το κάνει αξιοπρόσεκτο.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πνευματική ζωή το 1938 με την υπογραφή Πλάτων Χαρμίδης, όπως και όλες οι μιμήσεις ύφους που είχε δημοσιεύσει ο Λαπαθιώτης στο ίδιο περιοδικό εκείνη την περίοδο:

A la maniere de… Χατζόπουλος

ΚΙ ΗΡΘΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Κι ήρθε το φθινόπωρο,
σαν ανατριχίλα,
κι έσβησαν τα δειλινά,
κι έπεσαν τα φύλλα·

κι έσβησαν τα δειλινά,
που αγαπούσα τόσο,
– και μονάχος κίνησα
για να σ’ ανταμώσω…

Και μονάχος κίνησα,
για να σε πετύχω
και το δρόμο τον παλιό,
πήρα τοίχο-τοίχο·

και το δρόμο τον παλιό,
κάποιο βράδι πήρα·
μ’ ωδηγούσαν των ανθών
τα περίσσια μύρα.

Μ’ ωδηγούσαν των ανθών
οι ευωδιές, στη στράτα,
– κι ήτανε τα χέρια μου
γιασεμιά γιομάτα·

κι ήτανε τα χέρια μου
σαν τρελλά, για σένα,
– και δεν ήσουν πουθενά,
κι έλειπες στα ξένα…

Και δεν ήσουν πουθενά,
για να σ’ ανταμώσω…
κι ήταν το φθινόπωρο,
που μισούσα τόσο,

κι ήταν το φθινόπωρο,
που ’πεφταν τα φύλλα,
– κι έμειναν τα δειλινά,
μιαν ανατριχίλα…

Κι εδώ κλείνει το φθινοπωρινό μας άρθρο -έστω κι αν οι περισσότεροι που το διαβάζετε βρίσκεστε σε θερμοκρασίες θερινές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *