ceadcebdceb1cf82 cebcceaecebdceb1cf82 cf83cf84ceb7 ceb8ceb5cf83cf83ceb1cebbcebfcebdceafcebaceb7 cf84cebf 1916 ceb1cf80cf8c cf84ceb7cebd

Συμπληρώθηκαν χτες 78 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κάθε χρόνο, τη μέρα εκείνη ή την κοντινότερη Κυριακή, το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, παρουσιάζοντας είτε κάποιο άγνωστο κείμενό του είτε στοιχεία για τη ζωή του.

napoleon lapathiotis efedros bΣήμερα διάλεξα να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του, που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο περιοδικό Μπουκέτο (και πλέον κυκλοφορεί σε βιβλίο, με τίτλο «Η ζωή μου» σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα)

Διάλεξα ένα σημείο προς το τέλος της αυτοβιογραφίας (η οποία τελειώνει με τα γεγονότα του 1917), εκεί που ο Λαπαθιώτης διηγείται ένα ταξίδι του μαζί με τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη -αλλά όχι ένα ταξίδι σαν όλα τα άλλα: μέσα στην περίοδο που έμεινε γνωστή σαν «εθνικός διχασμός», ο πατέρας του, ο στρατηγός Λεωνίδας Λαπαθιώτης, πήρε μέρος στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας, πλάι στον Βενιζέλο κι έτσι ο Ναπολέων βρέθηκε πολύ κοντά στα ανώτατα στελέχη του κινήματος και του «κράτους της Θεσσαλονίκης», που εγκαθιδρύθηκε.

Αντί να βάλω σημειώσεις πριν ή μετά το κείμενο του Λαπαθιώτη, προτίμησα να τις παρεμβάλω στο κείμενο δηλώνοντάς τες με πλάγια μέσα σε έντονες αγκύλες, [ και ]. O τίτλος του άρθρου είναι, βεβαια, δικός μου. Η φωτογραφία του Λαπαθιώτη είναι 2-3 χρόνια μεταγενέστερη από τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ.

Ένας μήνας στη Θεσσαλονίκη

Μετά την αποστράτευσή μου από το Λόχο Βοηθητικών — αποστράτευση που επεβλήθη από τους Συμ­μάχους —, [Η επιστράτευση άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1915 και έληξε, σταδιακά, τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1916. Ο Λαπαθιώτης υπηρέτησε στην Αθήνα] πήγα, με τον πατέρα μου, στας Πάτρας, να συνέλθω και να ξεσκοτίσω απ’ την ταλαιπωρία που δοκίμασα. Κι εκεί, ένα καλό πρωί, μαθαίναμε το κίνη­μα -την ξαφνική φευγάλα δηλαδή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, με το σκοπό να βοηθήσει τους Συμμά­χους. Ο πατέρας μου, που εν τω μεταξύ είχε λάβει μέρος ενεργό στην κίνηση αυτή, όλως άσχετα με τις παράλληλες ενέργειες, τις συστηματικές, του Βενιζέλου, και σύμφωνα με τις ατομικές του πεποιθήσεις, έπρεπε κι αυτός να προσχωρήσει. Και μαζί του κι εγώ φυσικά. Φύγαμε λοιπόν αμέσως, γυρνώντας στας Αθήνας, κι έπειτ’ από λίγες μέρες, έν’ αυτοκίνητο κλειστό μας έφερε στον Πειραιά, και με το βαπόρι ξεκινούσαμε για τη Θεσσαλονίκη…

Στην υπέρ των Συμμάχων, και ιδίως της Γαλλίας, κίνηση, είχα κι εγώ πολύ αναμιχθεί, με το δικό μου τρόπο εννοείται, το φιλολογικό. Εκτός απ’ την «Κραυγή», πολλά ποιήματά μου στις εφημερίδες είχαν δημοσιευθεί, επιδεικτικά και αλλεπάλληλα [Ειδικό άρθρο μας για το ποίημα αυτό του Λαπαθιώτη και άλλα σχετικά]. Φορούσα μια γραβάτα τρίχρωμη, με τα χρώματα τής γαλλικής σημαίας, και, παρ’ όλους τους κινδύνους, τότε έκανα μ’ αυτή τον ταχτικό περίπατό μου στην οδό Σταδίου και στο Σύνταγμα… Αλλά και πολλά μικροτσακώματά μου μ’ αντιφρονούντας φίλους και συναδέλφους είχαν λάβει χώραν, αυτή την εποχή — όπως με τον Χάρη Σταματίου, που του ’στειλα μια κάρτα τσουχτερή, έπειτ’ από ένα ειρωνικό του χρονογράφημα για μένα! [Δεν έχω ψάξει να βρω αυτό το χρονογράφημα του Σταματίου. Εδώ δείτε τεκμήριο ενός άλλου τσακωμού με τον Τάκη Μπαρλά] Είχ’ ανοίξει το δικό μου κι εγώ «χάσμα» — και πολεμούσα μέρα-νύχτα με τα… όπλα μου, με το καλαμάρι και την πένα!

Τώρα ωστόσο που απ’ τον καιρόν εκείνο έχουν περάσει τόσα χρόνια, κι όλοι τα βλέπουμε με μάτι ιλαρότερο, μπορώ να βεβαιώσω, με κάθε ειλικρίνεια, ότι σ’ αυτές μου τις… μονομαχίες ποτέ δεν ένιωσα κακό φανατισμό, ούτε και μίσησα πραγματικά κανέναν. Άσχετα μ’ ό,τι πίστευα στα βάθη τής ψυχής μου — και πίστευα κι ευχόμουνα τη νίκη των Συμμάχων-, τα περισσότερα απ’ όσα είχα κάμει οφείλοντο στην ίδια φιλαρέσκεια που μ’ έκανε να περπατώ, δεν ξέρω πόσα χρόνια, με το λουλούδι στην «κομβιοδόχη», είτε φορώντας τ’ ανοιχτά πουκάμισα του Μπάιρον, και προκαλώντας ελαφρά τους άλλους, και γελώντας με την έκπληξή τους, το θυμό και το σκανδάλισμά τους. Καλλιεργουσα τη μικροεπίδειξη μ’ έναν τρόπο, που και σήμερα ακόμα δεν τον βρίσκω και πολύ αντιπαθητικό, αλλά μονάχα κάπως επιπόλαιο… Όμως, τα περασμένα, περασμένα. Κι εξάλλου δα δεν γράφω τώρα εγχειρίδιο ψυχαναλύσεως και αυτοκριτικής, αλλά μια σύντομη κι απλή «αυτοβιογραφία».

Το ταξίδι μας ως τη Θεσσαλονίκη ήταν ξεχωριστού ενδιαφέροντος, κι ούτε μπορώ να το ξεχάσω εύκολα: Ένα βαπόρι, ξέχειλο, κατάμεστο, όλο φαντάρους, ναύτες και πολίτες, κάθε τάξεως και κάθε ηλικίας, που πήγαιναν εθελοντές στο κίνημα — αλλά και δεσποινίδες, και κυρίες, κι αξιωματικούς, και υπαλλήλους! Μια «κοινωνία» μ’ όλες της τις τάξεις, που έπλεε προς τον αυτό σκοπό. Ένας κόσμος ανακατωμένος, χαρω­πός, θερμός, ενθουσιώδης. Ο πατέρας μου, σ’ εκείνο το βαπόρι, ήταν ο μόνος στρατηγός — υποστράτηγος, για την ακρίβεια — και συγκέντρωνε, από μέρους όλων, τις πιο πολλές περιποιήσεις, και κοντά του, φυσικά, κι εγώ! Έπειτα από μικρό σταθμό στο Βόλο, όπου βγήκα μια στιγμή στην παραλία, τραβήξαμε για το Θερμαϊκό. Ήταν νύχτα καλοκαιρινή, ωραία, με φεγγάρι καθαρό, και θάλασσα σαν λάδι, όταν περάσαμε πολύ σιμά στη Σκιάθο: Μόνος στην πρώρα μες στην ησυχία — ήταν μεσάνυχτα κι ο κόσμος όλος είχε κοιμηθεί —, βλέποντάς την έτσι δίπλα στο βαπόρι, σαν μια μεγάλη μαύρη σιλουέτα, αναπολούσα τον Παπαδιαμάντη, και μ’ έπνιγε ένα κύμα συγκινήσεως. Σκηνοθεσία υποβλητική, στιγμές που νοσταλγώ πραγματικά ακόμα τώρα, μετά τόσα χρόνια!… Και το πρωί που μπήκαμε μες στο λιμάνι τής Θεσσαλονίκης, τι θέαμα αλλόκοτο κι αξέχαστο! Όλων των τύπων και των τόπων οι στολές, σ’ ένα μπέρδεμα μεγάλο κι απερίγρα­πτο. Αεροπλάνα, μιναρέδες, εβραιόκοσμος, χρυσά γαλόνια και φτερά των βερσαλιέρων, Άγγλοι, Σκωτσέζοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι ναύτες και Σενεγαλέζοι, σαρίκια, φέσια, δίκωχα, πηλήκια — όλες οι φυλές κι όλα τα ρούχα σ’ ένα συνονθύλευμα πολύχρωμο, φαντασμαγορικό, οπερέτας και βαβυλωνίας — κι ανάμεσά του, ξαφνικά, γνωστοί και φίλοι, ομοϊδεάτες της Αθήνας, μ’ εκπλήξεις απροόπτων συναντήσεων, μες στα σοκάκια και στην παραλία, που στριφογύριζε όλο αυτό το πλήθος. Τέτοια ήταν η Θεσσαλονίκη την αξέχαστη κι αλήθεια μνημειώδη, ιστορική εκείνη εποχή!

Φθάνοντας στην ανθρωποπλημμυρισμένη, κοσμοπολίτι­κη Θεσσαλονίκη (που αμέσως βάφτισα «Λευκό Πύργο τής Βαβέλ»!), καταλύσαμε, μαζί με τον πατέρα μου, στο σπίτι ενός δικηγόρου, εξαδέλφου μου εξ αγχι­στείας, από χρόνια εγκατεστημένου εκεί με τη γυναίκα του — σπίτι τούρκικο, παλιό, αλλά άνετο κι ευρύχωρο, που ήταν κοντά στην πλατεία του Διοικητηρίου, και σχεδόν απέναντι στο ιστορικό τζαμί, που είχαν άλλοτε αποκλεισθεί κι έπειτα σφαγεί οι ξένοι πρόξενοι από τους Τούρκους.

Οι ημέρες της παραμονής μου στη Θεσσαλονίκη αποτελούν τώρα μια από τις πιο συγκεχυμένες, αλλά και πιο ενδιαφέρουσες συνάμα, νεανικές μου αναμνήσεις: το πρωί μου το περνούσα με περιοδείες στα ιστορικά μνημεία — βυζαντινούς ναούς, τζαμιά και φρούρια —, αλλά και στα χαρακτηριστικότερα νεότερα, στα κέντρα και στις αγορές, με την πολύχρωμή τους κοσμοσυρροή. Τ’ απογέματα έκανα εκστρατείες μακρινότερες — η πα­ραμονή στα κέντρα και στην παραλία καταντούσε προ­βληματική, με το στρίμωγμα, το παρδαλό όλων των φυλών της Οικουμένης, κι απαιτούσε νεύρα δυνατά, και μεγάλη προσοχή σέ κάθε βήμα —, κι αφού, σ’ αυτές τις μακρινές μου εξορμήσεις, ρέμβαζα και φιλοσοφούσα με τα πολυποίκιλα θεάματα που μου παρουσίαζε ο νέος αυτός τόπος, γύριζα σπίτι πάλι για το δείπνο, και ξανάβγαινα, συνήθως με παρέες μου διάφορες, με γνωριμίες των Αθηνών, απροσδόκητα και ξαφνικά αναστημένες εκεί πέρα, πηγαίνοντας στα «καμπαρέ», και μια βραδιά και σ’ ένα θέατρο, μοναδικό στο είδος του, που κάποιος θίασος της κακής ώρας έπαιζε, θαρρώ, το προκατακλυ­σμιαίο, ρομαντικοκαθαρευουσιάνικο Πίστις, Ελπίς και Έλεος

Το σπίτι που μέναμε δεν ησύχαζε από τις αδιάκοπες επισκέψεις, που πηγαινοερχόντουσαν — επισκέψεις επισήμων κι αφανών, στρατιωτικών και πολιτών, Ρωμιών και ξένων, θηλυκών κι αρσενικών. Το σπίτι αυτό είχε την τύχη να δει πολλές προσωπικότητες: Ο Βενιζέλος, ο Σαράγι [Tον Sarrail συνήθως τον μεταγράφουμε Σαράιγ, αλλά ο Λαπαθιώτης έχει επιχειρηματολογήσει υπέρ της γραφής Σαράγι, που είναι πιο κοντά στη γαλλική προφορά], ο Μιλν (ο Εγγλέζος αρχιστράτηγος στο Μακεδονικό μέτωπο), ο Κουντουριώτης, ο Δαγκλής, ο Ρέπουλης, ο Παρασκευόπουλος, όλ’ οι τότε υπουργοί και στρατηγοί και ναύαρχοι, όλα τα συμμαχικά επιτελεία πέρασαν απ’ την πόρτα του, κάνοντας ή ανταποδίδοντας την τυπική επίσκεψή τους στον πατέρα μου. Εκεί δε, στη Θεσσαλονίκη, έγινε κι η πρώτη γνωριμία του πατέρα μου με τον Βενιζέλο, απ’ τον οποίον συνεχείς εχθρότητες τον είχαν, μέχρι της στιγμής αυτής, απομακρύνει. [Ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης στις αρχές του 1911 είχε έρθει σε σύγκρουση με την κυβέρνηση Βενιζέλου, είχε φυλακιστεί για λίγες μέρες και είχε αποστρατευθεί, για να επανέλθει στους Βαλκανικούς πολέμους]  Εκεί, στο γραφικό το παλατάκι, που έμενε τότε η Τριανδρία του Κινήματος, γνώρισα κι εγώ τον Βενιζέλο, και ήρθα σ’ επαφή προσωπική μαζί του για πρώτη και στερνή φορά: Ήταν ένα βραδάκι φθινοπωρινό, και πήγαμε με τον πατέρα μου να τον επισκεφθούμε. Με τη χαρακτηριστική περιποιητική ευλυγισία της ματιάς του, της κουβέντας και των τρόπων του, σηκώθηκε μόλις μπήκαμε απ’ το γραφείο του και μου ’σφίξε το χέρι δυνατά, ενώ συγ­χρόνως με περιεργαζόταν, με τα ερευνητικά, διεισδυτι­κά του μάτια, που τα γυαλιά μεγάλωναν κι έκαναν ζωηρότερα. Μιλήσαμε κι οι τρεις ορθοί για λίγο. Μου είπε, θυμάμαι, επί λέξει:

«Τα ελληνικά γράμματα περιμένουν πολλά από την πένα του κυρίου Λαπαθιώτη. Ξέρω πόσο τα τιμάτε, και χαίρω εξαιρετικά που μου δίνεται η ευκαιρία να σάς εκφράσω και προσωπικά τη βαθειά και ειλικρινή εκτίμησή μου».

Του ανταπόδωσα τις φιλοφρονήσεις, λέγοντάς του:

«Δέχομαι με συγκίνηση τα λόγια σας, επειδή ξέρω ότι ο κύριος πρόεδρος, μ’ όλες του τις μεγάλες ασχολίες, βρίσκει πάντα τον καιρό να παρακολουθεί τα γράμματά μας και να ενδιαφέρεται γι’ αυτά».

Μου ξανάσφιξε δυο-τρεις φορές το χέρι και βγήκα από το γραφείο του, αφήνοντάς τον με τον πατέρα μου να μιλήσουνε τα ιδιαίτερά τους. Στο μεγάλο «χωλ» έπειτα, ο πατέρας μου με γνώρισε και με τον Παύλο Κουντουριώτη και με τον Δαγκλή. Ό Κουντουριώτης μάλιστα, αφήνοντας τον κόσμο που τον περιστοίχιζε, έμεινε σέ μια γωνιά μαζί μου, και μου ’δείξε θερμότα­τη συμπάθεια, σαν να ήμουν παλιός του γνώριμος και οικείος. Κι αυτό γινόταν ταχτικά κάθε φορά που τον ξανάβλεπα, κι εκεί και μετά χρόνια στην Αθήνα.

Ένα άλλο απόγευμα πάλι, με τον πατέρα μου, τα ξαδέρφια μου, και τον Θαλή Κουτούπη, υπουργό τότε της προσωρινής κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, επισκεφθήκαμε κατά πρόσκληση των διευθυντών των τα ονομαστά εργοστάσια Ζυθοποιίας της Ναούσσης. Περιεργασθήκαμε όλα τα διαμερίσματα κι όλα τα διαδοχικά πατώματα της παρασκευής της μπύρας, υπό την οδηγία και τις εξηγήσεις των ιδιοκτητών, κι έπειτα συ­γκεντρωθήκαμε στο σαλόνι, όπου μάς έγινε πραγματι­κή επίσημη δεξίωση, με προσφορά μεζέδων και πιοτού. Εκεί συνέβη και το νόστιμο, ότι ενώ γυρίζαμε στο κτίριο, κάποια στιγμή, εγώ και η εξαδέλφη μου κλειστήκαμε μέσα στο τεράστιο ψυγείο, κι οι άλλοι μάς λησμόνησαν εκεί, κλειδώνοντας την πόρτα! Αρχίσαμε κι οι δυο μας να… παγώνουμε (δεν ξέρω τι θερμοκρασία, κάτω του μηδενός, ήταν εκεί μέσα), να χτυπούμε τα πόδια μας στο πάτωμα, να τρίβουμε τα χέρια μας, και να τα χουχουλίζουμε, δίχως να μπορούμε, με κανέναν τρόπο, να ειδοποιήσουμε τους άλλους. Ευτυχώς, μετά δεν ξέρω πόσην ώρα, έγιν’ αισθητή η απουσία μας,; και στα επίμονα χτυπήματά μας στη μεγάλη σιδερένια πόρτα μάς άκουσαν στο τέλος και μάς άνοιξαν… και το πράγμα έμεινε στη μορφή της κωμωδίας, ενώ, αν παρετείνετο λιγάκι, θα ’παιρνε σίγουρα την όψη τρα­γωδίας.

 

Στη Θεσσαλονίκη είδα και μερικές αερομαχίες γερμα­νικών αεροπλάνων με δικά μας, αλλά σε πολύ μεγάλο ύψος — αερομαχίες, που συγκρινόμενες βέβαια με τις σημερινές [Θυμίζω ότι αυτά γράφονται το καλοκαίρι του 1940, ενώ μαίνεται ο Β’ Παγκ. Πόλεμος], πρέπει να τις λέμε παιγνιδάκια κι ερασιτε­χνικές αψιμαχίες…

 

Σ’ αυτό το μεταξύ, στην Αθήνα λάβαιναν χώραν τα περίφημα Νοεμβριανά [παλιό μας άρθρο για τα γεγονότα αυτά], κι οι ανησυχίες μας για τη μητέρα μου και για το σπίτι μας μεγάλωναν. Φεύγοντας, επρόκειτο να γυρίσουμε αργότερα αν η κατάσταση επιδεινώνετο και να την πάρουμε μαζί μας —τώρα όμως με τους αποκλεισμούς και τις εχθροπραξίες, το σχέδιο αυτό δυσχεραινόταν υπερβολικά. Ακόμα και τα γράμματα σταμάτησαν. Ευτυχώς τη φρούρηση του σπι­τιού μας, από κάθε δυσάρεστο ενδεχόμενο, την είχε αναλάβει, με άγημα ναυτών, ο θείος και ο νουνός μου Ραζηκότσικας, αρχηγός αυτών των αγημάτων -κι έτσι εκτός από τις διαρκείς ανησυχίες άλλο τίποτε απρόοπτο δεν έγινε. Και μερικές επιστολές, που είχαν έλθει σπίτι μου, σέ μένα (απαντήσεις του Κλεμανσώ, του Φιλεάς Λεμπέκ κι άλλων, για την αποστολή της λιθογραφημένης μου «Κραυγής»), και που ή μητέρα μου μου τα ’στειλε με κάποιο πρόσωπο γνωστό μας που ερχόταν στη Θεσσαλονίκη, δεν έφθασαν ποτέ στα χέρια μου, γιατί το πρόσωπο αυτό, φοβούμενο μήπως του γίνει ερευνά στο δρόμο, και πιστεύοντας πώς είναι γράμματα… ενοχοποιητικά ίσως κι επικίνδυνα, τα ’καψε, ο άθλιος, μ’ ελαφριά συνείδηση μέσα στο βαπόρι, στη Χαλκίδα! Κι έτσι στερήθηκα πολύτιμα αυτόγραφα όχι μοναχά του Κλεμανσώ, αλλά κι άλλων, που δεν έμαθα ποιοι ήσαν, για τη συλλογή μου, που περιέχει τώρα σπάνια αυτόγραφα…

 

Ένας συνηθισμένος μου περίπατος ήταν να παίρνω το τραμ της παραλίας και να πηγαίνω μόνος μου στο τέρμα, στο «Ντεπό». Εκεί, κοντά στην ιστορική έπαυ­λη Αλατίνι, όπου έμεινε, λίγα χρόνια πιο μπροστά, περιορισμένος και σχεδόν φυλακισμένος ο Αμπντούλ Χαμίτ, ο εκθρονισθείς από τους Νεοτούρκους τελευ­ταίος σουλτάνος της Τουρκίας (τελευταίος της σειράς των παλαιών σουλτάνων), καθόμουν κι έπαιρνα την μπύρα μου στα παραλιακά ζυθοπωλεία. Άλλη πρωινή επίσκεψή μου στον περίφημο ναό του Αγίου Γεωργίου, που δεν είχε γίνει παρανάλωμα ακόμα της μετά λίγους μήνες πυρκαγιάς, είναι επίσης αξιοσημείωτη — κι άλλη μια στις φυλακές του Επταπυργίου (του θρυλικού Γεντή-Κουλέ), μέσα στα ίδια τα κελιά των κατα­δίκων, χάρις στην καλοσύνη του διευθυντού των. Πα­ραλείπω πλήθος επεισόδια, συναντήσεις, περιπέτειές μου, στην αλλόκοτη αυτή Θεσσαλονίκη, των κωμικών και τραγικών απροσδοκήτων… Ένα βράδυ, γυρίζοντας στο σπίτι, έπειτα από μια κάπως επικίνδυνη περιπλά­νησή μου ως τα τείχη και τ’ αχανή τουρκικά νεκροταφεία, βρέθηκα μπροστά σ’ ανθρώπους ξαπλωμένους σαν νεκρούς, καταμεσής του δρόμου. Κι ενώ ριγούσα, νομίζοντάς τους πτώματα (οι φόνοι κι οι μεταμεσονύκτιες ληστείες ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο τότε)  είδα πώς ήταν κάτι ναύτες, με τις άσπρες τους στολές, και τύφλα στο μεθύσι, που παραλίγο να πατήσω στα πε­λώρια κι ακίνητα κορμιά τους.

Ο εβραιόκοσμος πολύ με διασκέδαζε (τους αγαπουσα πάντα τους Εβραίους, κι εξακολουθώ και τώρα να τους σέβομαι και να τους αγαπώ), κι αποπειράθηκα να μάθω τη γλώσσα τους (πού εκεί είναι καθαρά ισπανικά), με μια κοπέλα συμπαθητική, μια γαλλομαθή Εβραιοπούλα που ήταν φιλενάδα της ξαδέρφης μου…

 

Δεν θα ξεχάσω τη συγκίνησή μου, όταν ένα απόγεμα, απ’ το μπαλκόνι του μεγάρου κάποιας λέσχης («Λέσχη των Ξένων», αν δεν απατώμαι), άκουσα την ιταλική ναυτική μπάντα να παίζει μέρη της αγαπημένης μου Τραβιάτας. Η Τραβιάτα, που τη θεωρώ, ακόμα τώ­ρα, σαν το αριστούργημα του Βέρντι, ήταν κάτι που το λάτρευα κυριολεκτικά, τόσο εγώ όσο κι η μητέρα μου, και πολλές βραδιές, στο πιάνο, στην Αθήνα, την έπαιζα ολόκληρη χωρίς να σταματήσω… Και τώρα,ţπού δεν ήξερα τί γίνεται στο σπίτι μου (κάποτε το πίστευα ακόμα και καμένο), το νοσταλγικό αυτό ακρόαμα απ’ το μπαλκόνι της κατάμεστης πλατείας, μου ’δωσε τέτοιον κλονισμό στα νεύρα, που με πήραν κλάματα αβάσταχτα, κι από ντροπή τραβήχτηκα στην άκρη, και κρύφτηκα από τους διπλανούς μου!

 

Ένα μήνα πέρασα εκεί, ωσότου ανετέθη στον πατέ­ρα μου, από την προσωρινή κυβέρνηση, η μετάβαση και η στρατολογία σώματος εθελοντικού στην Αίγυπτο. Και με την ιδιότητα ιδιαιτέρου γραμματέως του έλαβα μέρος στην αποστολή αυτή, που αποτελείτο από δυο αξιωματικούς κι ένα μέλος μοναχά πολιτικό, τον Κύ­πριο Γεώργιο Φραγκούδη, υπό την αρχηγία του πατέ­ρα μου, και με πολλή-πολλή χαρά ξεκίνησα μαζί τους…

Πριν να φύγουμε, ο πατέρας μου έδωσε και μια διά­λεξη στο κινηματοθέατρο του Λευκού Πύργου, όπου είδα δεύτερη φορά τον Βενιζέλο, μ’ όλο το υπουργικό συμβούλιό του, αλλ’ από μακριά -εγώ ήμουν σ’ ένα θεωρείο —, όταν, μετά το τέλος, τον είχε πλησιάσει και τον συνεχαίρετο. Θέμα της διαλέξεως αυτής ήταν το «περί πειθαρχίας», κι είχε παρευρεθεί σ’ αυτή το άπαντο της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, οι αρχές κι ο στρατιωτικόκοσμος. Και σέ μιαν άλλη φιλολογική συ­γκέντρωση, στο «χωλ» ενός απ’ τα μεγάλα παραλιακά ξενοδοχεία, όπου ενας νέος, μ’ αξιώσεις λογογράφου, μας διάβασε ένα δράμα του, γνωρίστηκα, πρώτη φορά, και με τον Άλκη Θρύλο.

Κάποια αλλη φορά ίσως παρουσιάσω το ταξίδι του Λαπαθιώτη στην Αίγυπτο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *