ceadcebbceb5cebdcebfcf82 cf87ceb1ceb2ceaccf84ceb6ceb1cf82 cf83cebaceafcf84cf83ceb1 cf83ceb5 ceadcebacebbceb5ceb9cf88ceb7 ceb7cebb

skitsa eklipsi iliou

Κάποιος γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας, που είχα την τύχη να έχω ως δάσκαλο στα έδρανα του μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή, μας έλεγε ότι η δύναμη του καλλιτέχνη φαίνεται στο τρίτο του έργο. Το πρώτο όλοι μπορούν να το γράψουν. Το δεύτερο είναι περισσότερο ένα είδος προσωπικού στοιχήματος με τον εαυτό σου, εξηγούσε. Μπορείς όντως να ξεπεράσεις τον ενθουσιασμό της πρώτης συγγραφικής ορμής; Αν ναι, τότε η δύναμή σου δεν θα φανεί εκεί, αλλά αμέσως μετά. Το τρίτο σου έργο είναι αυτό που θα δείξει αν τελικά έχεις κάτι δυνατό να πεις, και αν αυτό το κάτι αποτελεί μια ώριμη εξέλιξη των όσων είπες στο παρελθόν, ή απλώς ανακυκλώνει τα προσφιλή σου εκφραστικά ή θεματικά μοτίβα.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το τρίτο βιβλίο του Έλενου Χαβάτζα, με τίτλο Σκίτσα σε έκλειψη Ηλίου. Και, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, είχα αυτομάτως την απάντηση στο παραπάνω έμμεσο ερώτημα που διατύπωσε ο παλιός μου δάσκαλος. Ναι, τα Σκίτσα σε έκλειψη Ηλίου είναι ξεκάθαρα ένα έργο συγγραφικής ωριμότητας, που προσωπικά με πείθει όχι μόνο για το ότι έχει κάτι να πει, αλλά πρωτίστως για την εξέλιξη της ποιητικής τεχνικής του Χαβάτζα και την αρμονία έκφρασης και περιεχομένου που εισπράττει τελικά ο αναγνώστης.

Όπως και στις δύο συλλογές που προηγήθηκαν (Ηλιοτρόπια με τις πλάτες στον τοίχο και Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό), συναντάμε κι εδώ όλα τα στοιχεία που κάνουν την ποίηση του Χαβάτζα αυθεντική και ελκυστική: την εξαιρετική χρήση όλων των αισθήσεων, επί παραδείγματι, το έντονα πεζολογικό ύφος, τον γρήγορο ρυθμό, το όραμα του σύγχρονου ποιητή ως παθιασμένου μαχητή υπέρ της μιας αλλαγής που δεν θα αναπαράγει κάποιο είδος ηττοπαθούς συμβιβασμού ή αναξιοπρεπούς βολέματος, αλλά θα μας κάνει να εκτιμήσουμε από την αρχή το ουσιώδες και το αληθινό στην κάθε του έκφανση.

Αυτό που ξεχωρίζει, ωστόσο, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες συλλογές του είναι η συνειδητή αυτοαναφορικότητα – η έμφαση, δηλαδή, στην ίδια τη δημιουργία του ποιήματος και της ποιητικής τέχνης γενικότερα. Καθένα από τα είκοσι τέσσερα ποιήματα των Σκίτσων σε έκλειψη Ηλίου μοιάζει να μιλά, άλλοτε ευθέως και άλλοτε συγκεκαλυμμένα, για την τέχνη της γραφής, παρουσιάζοντάς μας ένα ποιητικό «εγώ» που βρίσκεται διαρκώς σε γόνιμη διάδραση με τον κόσμο και τους προκατόχους του. Ήδη, από το αρχικό ποίημα της συλλογής, οι προθέσεις του ποιητή είναι ξεκάθαρες:

Σ’ το λέω –
η ζωή γίνεται πολύ κυνική
για να γραφτεί άλλος ένας στίχος
και το καινούριο μου
παντελόνι
κι αυτό, λερώθηκε με πραγματικότητα.

Μπορεί βέβαια, να έμαθα να κάνω κάποιους
ελιγμούς
μερικά κόλπα ίσως της πιάτσας
αλλά ακόμα δεν έμαθα να γράφω ιστορίες
όπως χάνει κανείς μαλλιά.

Μου μένει μόνο
να περιμένω μια αγάπη
αφού του λύκου το στόμα πεινάει
για ακόμη ένα παραμύθι.
(«Αίθουσα Αναμονής», σελ. 9)

Μέσα από τη νέα ιστορία που διαβάζουμε εν τη γενέσει της, η έξυπνη αυτοαναίρεση του –επιφανειακού μόνο– κυνισμού λειτουργεί ως συγγραφική πρό(σ)κληση για τον αναγνώστη, ως ένα είδος συλλογικής αναζήτησης για το ποιοι στίχοι, ποιες αφηγήσεις και ποια παραμύθια έχουν θέση στο σήμερα και μπορούν να αντιταχθούν στη «λερωμένη» πραγματικότητα. Άλλες φορές, πάλι, το ποιητικό «εγώ» δείχνει να λυγίζει από το βάρος μιας πραγματικότητας που προσπαθεί να αλέσει τα πάντα στον μύλο της κοινοτοπίας, της ομοιομορφίας και της λήθης:

Δεν κράτησα ημερολόγια ποτέ
δεν κατέγραψα σκέψεις ή αφορισμούς μου
τα «έργα και ημέραι» των ημερών μου
κάτω από την πολλές φορές, πραγματικά
δαιμονική παρατήρησή μου.
Κουβέντιασα μόνο ώσπου το κούρασα
το σκόρπισα εδώ κι εκεί χαραμίζοντας τα τάλαντά μου
πλέον πια δεν ξέρω από πού να το μαζέψω. […]

Αρπαχτικά που από τα ψίχουλα των λόγων μου
θα προσπαθήσουν να πουλήσουν καρβέλια στο μέλλον
ποτέ δεν θα αναφέρουν το όνομά μου αλλά με ζήλο θα κοπιάρουν
και θα αναμασήσουν στείρα κάποια λεγόμενά μου που βούτηξαν

εκτέθηκα σε μικροπρεπείς που αντί να επαινούν ξέρουν να διασύρουν.

Κοινώς, δεν άφησα τίποτα σε χαρτί παρά μόνο τούτο
το πρησμένο επίγραμμα
που θα στεγάσει το μνήμα μου.

Κι αλίμονό μου διάολε – αφού μόνο scriptamanent.
(«Προβλήματα Ποιητικής», σελ. 14)

Η περιπλάνηση στο γεμάτο εκπλήξεις σύμπαν της συγγραφικής τέχνης συνεχίζεται στο εξαιρετικό «Πορτρέτο μιας Νεαρής Μούσας» (σελ. 15), όπου ο ποιητής αναρωτιέται για το «τι θα απομείνει/ μετά από τέτοια τύχη», μετά το σβήσιμο του άστρου «πιασμένο[υ] στο πέτο εξόριστου/ που τον γυρνάει πίσω στην πόλη νικητή», ενώ στο εξίσου καλό «Μελαγχολία του Παρισιού» (σελ. 22) διατυπώνεται η πεποίθηση ότι η ποίηση είναι πανταχού παρούσα, αρκεί να μπορείς να την αφουγκραστείς και, κυρίως, να τη μοιράζεσαι:

Απόψε, καθώς ένα νέο φεγγάρι πάλι
μολυσμένο φτάνει στην ακμή του
σημασία έχει αν μπορείς ακόμη
να ακούς την ποίηση
μέσα από τα φίμωτρα των λύκων

ή επιτέλους, να κατάλαβες
τι σόι μοναξιά έφαγε εκείνον τον φίλο σου
και κανείς ως τώρα δεν τον έχει ξαναδεί.

{jb_quote}Στην περίπτωση των Σκίτσων σε έκλειψη Ηλίου, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και η μαγεία ξεπηδά σχεδόν από κάθε σελίδα της συλλογής.{/jb_quote}

Το μοτίβο της άμεσης αποστροφής στον αναγνώστη αξιοποιείται με ιδιαίτερη τέχνη και στο «Πορτρέτο ενός Ποιητή» (σελ. 38), όπου επιστρέφει η έννοια της συγγραφής τόσο ως πηγαίας έμπνευσης, όσο και ως ενίοτε βασανιστικού μυστηρίου αέναης ανακάλυψης και, εν τέλει, προσφοράς:

Στο εξώφυλλο του βιβλίου
χαζεύεις πάλι κάποιο από τα πορτρέτα μου
να κοιτά θυμωμένο.
Ίσως τώρα
να μαντεύεις καλύτερα κι από μένα
τι ήθελε τότε να πει.
Άλλωστε εσύ, καιρό άφησες πίσω σου την ηλικία και την εποχή
που εγώ έφυγα νωρίς
συνεχίζοντας πια με μια σοφία διαρκώς μπαλωμένη.

Όπως και να ’χει, πάντα υπάρχουν πράγματα
που πλήρως δεν μας αποκαλύπτονται
πόλεις με γυρισμένες τις πλάτες στην επιστροφή
νεράιδες στείρες και εποχές ξηρασίας
όταν μέσα στον άνθρωπο κάτι γάργαρο
ήθελε να τραγουδήσει

κι ακόμη, ίσως
δρόμοι και παράθυρα
σημαδεμένα
ξανά
από τον ίδιο καιρό
που κάποτε εξόντωσε και μένα.

Μαζί και αυτές οι νύχτες πάλι
γεμάτες βροχή
βροχή που πέφτει παρηγορητική
πάνω από στέγες
όσων γέρασαν απλά
με κάποιον να τους συντροφεύει.

Είναι δύσκολο να επιλέξεις το πιο ξεχωριστό ποίημα από μια τόσο δυνατή συλλογή: παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι θα επέλεγα τα εξής δύο: «Η Εξομολόγησή του» (σελ. 24), και «Το στρώνει γκρίζο παντού» (σελ. 36), για την εκφραστική και τεχνική τους συνέπεια, την ένταση και την «τιμιότητα» που αποπνέουν. Θα επιλέξω, ωστόσο, να κλείσω τη σύντομη αυτή κριτική παραθέτοντας στίχους από το «Ένα ακόμη αίνιγμα» (σελ. 34), κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο ποίημα συνδιαλέγεται ανοιχτά με αυτά που προηγήθηκαν στα Ηλιοτρόπια και τον Τροπικό, ενώ παράλληλα (στον βαθμό φυσικά που μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο), τα εξελίσσει:

Ποιος ξέρει λοιπόν
αν από αυτό εδώ το κουτί
τελικά
πεταχτεί ένας κλόουν
με σκουριασμένο ελατήριο
να χάσκει κάπως έτσι
λίγο μακάβρια
ή μήπως νότες που ταξιδεύουν
πίσω σε εκείνο το παραμύθι.

Ποιος γνωρίζει
ψαχουλεύοντας αν τυχόν
βρεις στον πάτο κάτω κάτω
κάποιο ληγμένο μαγικό
που κανείς και τίποτα
δεν θα μπορεί πια να αναστήσει
ή – γιατί όχι –
αντιθέτως, κάποιο ραβδί με δυνάμεις τόσες
όσες μόνο ένα παιδί
με το νου του θα μπορούσε να σκαρφίσει […].

Βέβαια…
κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά απόψε.

Υπάρχει διαρκώς
τόσος χώρος για μαγεία όσο και για το

τίποτα

γνωρίζεις πια από εμπειρία.

el chavatzas22Υπάρχει όντως «τόσος χώρος για μαγεία όσο και για το/ τίποτα», και το ζήτημα είναι προς ποια μεριά γέρνει η ζυγαριά. Στην περίπτωση των Σκίτσων σε έκλειψη Ηλίου, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και η μαγεία ξεπηδά σχεδόν από κάθε σελίδα της συλλογής. Όσο για την εμπειρία, εννοείται ότι κι αυτή λειτουργεί υποστηρικτικά υπέρ του Χαβάτζα, οδηγώντας τον στο αρτιότερο μέχρι στιγμής έργο του. Θέλω να πιστεύω ότι αν ο παλιός μας δάσκαλος στη Δημιουργική Γραφή διάβαζε τα Σκίτσα, θα συμφωνούσε απόλυτα μαζί μου.

 

Σκίτσα σε έκλειψη Ηλίου
Έλενος Χαβάτζας
Εκδόσεις Βακχικόν
σ. 48
ISBN: 978-960-638-208-6
Τιμή: 8,48€
001 patakis eshop

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.